Κυριακή, Απρίλιος 6 2025

Ο καναπές Ι

 

Συντάκτης: Δημήτρης Νανούρης

Βαρέθηκα το «Μολών λαβέ» της μηδίζουσας και μειδιώσας Αριστεράς, η οποία κατά τα φαινόμενα δεν σκαμπάζει αρχαία και το μεταφράζει σε «δούναι και λαβείν». Ολα στο σφυρί μπιρ παρά, πά' να πει. Δραπετεύω λοιπόν από την κατάθλιψη των ημερών κι ανάβοντας τους προβολείς της μνήμης, φωτίζω ασήμαντες, καθημερινές ιστορίες του παρελθόντος. Ιδού:

Καμάρωνε η Βαγγελιώ το καινούργιο της τσαρδί στην οδό Βαλτετσίου. Ευάερο, ευήλιο, διαμπερές και προπαντός μια ανάσα απ’ την Πλατεία. Στον δεύτερο όροφο, με ευρύχωρο μπαλκόνι. Φρεσκοβαμμένο, του κουτιού, μέγκλα. Ανοιγε διάπλατα τα πορτοπαράθυρα απ’ το πρωί και πλημμύριζαν τα δωμάτια ατίθασο, φθινοπωρινό φως. Δεν χόρταινε να τριγυρνά από την κουζίνα στο σαλόνι κι από το μπάνιο στις κρεβατοκάμαρες, να τακτοποιεί τα λιγοστά έπιπλα και τα μπιχλιμπίδια της, να τα τοποθετεί σ’ άλλες θέσεις ξανά και ξανά. Εγκαλούσε τον εαυτό της για μικροαστισμό, το ξεχνούσε όμως καθώς έβγαινε στις βεράντες, μπρος και πίσω, απ’ όπου παρατηρούσε την κίνηση του δρόμου και τα απέναντι διαμερίσματα. Ψηλαφούσε, θαρρείς, τα χούγια της γειτονιάς, αδημονούσε να ενσωματωθεί.

Πανταχόθεν ελεύθερο, σκεφτόταν. Την ιντριγκάριζαν τούτες οι δυο λεξούλες κι ας αφορούσαν οικόπεδα και όχι σπίτια. Πανταχόθεν ελεύθερο, ψιθύριζε κι έλαμπε στο πρόσωπό της μια αίσθηση σκανδαλιστικής ελευθερίας. Συνδύαζε το φτωχικό της ενδιαίτημα με τις μικρές ανατροπές που σχεδίαζε να ομορφύνουν τη ζωή της, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι η μεγάλη, εδώ και τώρα «Αλλαγή» τροχοδρομούσε υπό τις ευλογίες του ελληνικού λαού και με τις μηχανές στο φουλ κάλπαζε προς την εξουσία. Ηταν Σεπτέμβριος 1981.

Μοιραζόταν ώς τότε ένα σκοτεινό και στενόχωρο υπερυψωμένο ισόγειο στον Νέο Κόσμο με μια κνίτισσα απ’ τη σχολή της. Είχε την πλάκα της η Ολγα αλλά και την κακιά συνήθεια, κολλημένη με τον Περισσό, να πιάνει διαρκώς ατέρμονες και στείρες πολιτικές συζητήσεις που κατέληγαν σχεδόν πάντα σε ομηρικούς τσακωμούς. Τύγχανε ευτυχώς περισσότερο κολλημένη με τον Θανάση. Με το μουστάκι του, το αμπέχονό του, την ιδεολογική του κατάρτιση. Κλείνονταν με τις ώρες στο υπνοδωμάτιο και την άφηναν απερίσπαστη στην ησυχία της.

Την άγρια νύχτα της 16ης Νοεμβρίου 1980 το εύθραυστο γυαλί της σχέσης τους ράγισε διά παντός. Η Βαγγελιώ επέστρεψε στο σπίτι χαράματα, σε μαύρα χάλια. Ποδοπατημένη, δαρμένη, με μώλωπες σ’ όλο της το κορμί. Τα παπούτσια της κείτονταν στο οδόστρωμα της Βασιλίσσης Σοφίας, στα Λουδουδάδικα, ανάμεσα σε χιλιάδες ζευγάρια. Η ανατριχιαστική φωτογραφία τους την επαύριο στα πρωτοσέλιδα, αποτελούσε εύγλωττο μάρτυρα του μακελειού που εκτυλίχτηκε στην καρδιά της Αθήνας.

Οι μπάτσοι χτύπησαν ανελέητα τη διαδήλωση που, παρά την απαγόρευση, βάδισε αποφασιστικά προς την αμερικάνικη πρεσβεία. Απαρτιζόταν από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, οι οποίες διεκδικούσαν ηγεμονικό ρόλο στις παραστάσεις της καθεστωτικής ΕΦΕΕ. Το μπλοκ των δέκα χιλιάδων ανυπάκουων με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα αποδείχτηκε ανέτοιμο να αποκρούσει τη λυσσαλέα επίθεση των ΜΑΤ. Οι πρώτες αλυσίδες υποχώρησαν μοιραία μετ' ολίγον και ακολούθησε πρωτοφανής πανικός. Και αλύπητο ξύλο. Την ίδια στιγμή οι αναρχικοί και τα φρικιά είχαν μετατρέψει Σταδίου και Πανεπιστημίου σε παρανάλωμα. Είδε με τα μάτια της τον Ιάκωβο Κουμή να κείτεται νεκρός στο πεζοδρόμιο. (Συνεχίζεται)
ΠΗΓΗ: efsyn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.