Το θέατρο στην Κατοχή


Από το φωτογραφικό άλμπουμ του Κ. Παράσχου: Η Κατοχή-Φωτογραφικά τεκμήρια 1941-44, εκδ. Ερμής 1997

Η μαζική εθνική έξαρση είχε την αντανάκλασή της στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή.

Ο απελευθερωτικός  οργασμός, που μεταβαλλόταν σε υλική δύναμη στα πεζοδρόμια των πόλεων και στα βουνά, μεταπλαθόταν και σε πάθος αγωνιστικής εκδήλωσης δια μέσου του βιβλίου και του θεάτρου. Μέσα στην πεινασμένη, εξαθλιωμένη Ελλάδα της Κατοχής, παρατηρούνταν μια πρωτοφανής εκδοτική άνθηση, ενώ η θεατρική κίνηση ανερχόταν σε  άγνωστα έως τότε επίπεδα.

Αν δεν υπήρχαν η έλλειψη χαρτιού και οι άλλες δυσχέρειες έκδοσης, θα πλημμύριζε η χώρα με νέα βιβλία. Οι συγγραφείς αφθονούσαν, οι αναγνώστες μαζικοποιούνταν, οι εκδότες πολλαπλασιάζονταν. Το φαινόμενο μια ερμηνεία είχε:  ο λαός μαχόταν και παράλληλα με την αγωνιστική του άνοδο αναζητούσε ανώτερες μορφές ψυχαγωγίας, καλλιέργειας, μόρφωσης.
Πιο χαρακτηριστική ήταν η ανάπτυξη της θεατρικής κίνησης. Ποτέ το θέατρο δεν γνώρισε τέτοιο οργασμό. Και σε μια δημοσιογραφική έρευνα της εποχής (εφημερίδα Ακρόπολις, 6-7 Νοεμβρίου 1942), με θέμα «Γιατί ο κόσμος γεμίζει τα θέατρα της Αθήνας;», σημειώνεται:


«Ατό τό φαινόμενο τς θεατρομανίας πού κατέλαβε τελευταίως τους θηναίους… εναι να γεγονός ξαιρετικού νδιαφέροντος. Κόσμος και κοσμάκης πού λλοτε δέν βγαινε ξω πό τά ρια τού ζαχαροπλαστείου καί το κινηματογράφου τς γειτονις, σύσσωμη νεολαία τν δύο φύλλων… σήμερα διεκδικον τά «θεωρεα» καί τίς «διακεκριμένες» στά πιό καλά μας θέατρα πρόζας.
συρροή εναι τέτοια, στε νά προστεθον καί τά θεατρικά εσητήρια ες τά πολύτιμα κείνα εδη, μέ τά ποα σχολεται τόν καιρό ατό Μαύρη γορά. Τά ταμεία τν θεάτρων χουν τήν πρώτη κατανάλωση στά τηλεφωνήματα γιά τό κλείσιμο θέσεων καί ο ορές τους συναγωνίζονται τίς ορές τςπλατείας Συντάγματος γιά τό τράμ το  Παγκρατίου, τίς ορές στό κιόσκι γιά τά τσιγάρα καί στό μανάβη.
 »… διευθυντής το Θεάτρου Κοτοπούλη Γ.Χελμής μο λέγει: «Τό πρόβλημα το θεάτρου πού λλοτε ερίσκετο μεταξύ σκηνς καί ταμείου, δηλαδή στό πς θά γεμίση σάλλα, σήμερα μετετοπίσθη στά παρασκήνια.Τό πρόβλημά μας εναι σήμερα πο θά βροε λικά, πς θά συγκροτήσουμε τούς θιάσους, μιά καί λόγω τς πληθώρας θέσεων ο θοποιοί γιναν περιζήτητοι, πς θά κανοποιήσουμε τούς τεχντες γιά νά μή τραπον σέ λλες γνωστές καί περισσότερο προσοδοφόρους σχολίας…»
»…Σέ μιά σύντομη περιοδεία μας νά τά θέατρα τς πρωτευούσης, βλέπουμε τι ργασμός πρω βράδυ εναι καταπληκτικός. Καινούργια ργα τοιμάζονται, ν στά καμαρίνια ο θοποιοί μακιγιάρονται νας πα΄νω στόν λλο, φο τά περισσότερά μας θέατρα στεγάζουν διπλούς θιάσους.
»-Οτε στό Παρίσι, μς λέγει γνωστός θεατρικός πιχειρηματίας κ.Μακέδος. δέν παρατηρεται ατή συρροή στό θέατρο.
θιασάρχης κ.Κατερίνα νδρεάδη πιστεύει, τι τό κοινό στο ξέσπασμα ατό πού δηγε μαδικάστό θέατρο, ναζητε καί τό νόημα τς Τέχνης.
»-Σέ κάθε κρίσιμη περίοδο τς ζως του, μς λέγει, κόσμος στρέφεται πρός τήν τέχνη. τσι καί σήμερα… »
Λογοκρισία


Αυτό που δεν μπορούσε να προσθέσει η αναφερόμενη θιασάρχης ήταν ότι ο λαός, κατακλύζοντας τις αίθουσες των θεάτρων, αναζητούσε μέσα σ’ αυτές τον αγωνιστικό παλμό, που μαζί με την ψυχαγωγία και την τέχνη του μετέδιδαν από τη σκηνή οι ηθοποιοί. Αλλά η θεατρική λογοκρισία -ελληνική και των Αρχών Κατοχής- αγρυπνούσε για να καταπνίγει τη φωνή του θεάτρου. Και διεξαγόταν συνεχής αγώνας των θιάσων με τις Αρχές, που συχνά προσλάμβανε επικίνδυνη μορφή.
Με την έναρξη της Κατοχής εφαρμόστηκε ο νόμος που ίσχυε επί 4ης Αυγούστου «περί ελέγχου θεατρικών έργων» με συμπληρωματικές αστυνομικές διατάξεις. Αλλά οι εκδηλώσεις στα θέατρα έκαναν τις Αρχές Κατοχής να διατάξουν την κυβέρνηση να εκδώσει τον Αναγκαστικό Νόμο 108 του 1942, με τον οποίο γινόταν αυστηρότατος ο έλεγχος.
Κάθε έργο, πριν ανέβει στη σκηνή, περνούσε από τρεις επιτροπές: ελληνική, γερμανική και ιταλική. Στη γενική πρόβα παρίσταντο όλες οι επιτροπές. Αλλά, αδάμαστο, το θέατρο αντιδρούσε, και η Επιτροπή Θεατρικής Λογοκρισίας εξέδωσε την 11η Αυγούστου 1942 εγκύκλιο στην οποία παρατηρούσε:
« Παρά τάς πανειλημμένας συστάσεις… νιοι θοποιοί, δίως τν θιάσων πιθεωρήσεων καί ποικιλιν, ξακολουθον νά ατοσχεδιάζουν πό σκηνς ετε νά προσθέτουν φράσεις λέξεις πέραν τν γκεκριμένων κόμη δέ καί νά κτελον νίοτε τά κατόπιν λέγχου διαγραφέντα σημεα ατν, ετε καί διά χειρονομιν κινήσεων νά λλοιώνουν τήν ννοια τν κειμένων».
Εννοείται ότι με τις «παραβάσεις» αυτές των ηθοποιών εκφράζονταν υπονοούμενα αντιστασιακά και γενικά αντιαξονικά, τα οποία έβρισκαν μαζική, ενθουσιώδη ανταπόκριση από το κοινό.
Οι απαγορεύσεις ήταν αναρίθμητες. Μεταξύ αυτών, πιο αξιοσημείωτες ήταν:
    Απαγορευόταν το ανέβασμα έργων συμμαχικών συγγραφέων ή που αναφέρονταν σε συμμαχικές χώρες.
    Απαγορευόταν και η μνεία των λέξεων Αμερική, Αγγλία, Αμερικανός, Άγγλος κλπ.
    Απαγορευόταν να αναφέρονται από σκηνής η Πείνα και η έλλειψη τροφίμων.
    Απαγορευόταν στα σκηνικά να περιλαμβάνονται απεικονίσεις βουνών, γιατί συμβόλιζαν τον αντάρτικο αγώνα και προκαλούσαν εκδηλώσεις του κοινού.
    Μετά τη μάχη της Κρήτης (Μάιος 1941) απαγορεύτηκαν (εγκύκλιος 1861/383 της 12ης Ιουνίου 1941 της θεατρικής λογοκρισίας) «όπως εκτελούνται κρητικαί μαντινάδες οιουδήποτε περιεχομένου». Οι μαντινάδες προκαλούσαν παραλήρημα στο κοινό.


Υπήρχε όμως το πρόβλημα της επιλογής των συγγραφέων. Σε μια μελέτη του για το κατοχικό θέατρο, ο Γ. Λεονταρίτης γράφει (περιοδικό  Επίκαιρα, 6 Ιαν. 1972):
«Γιά νά δώση τήν μάχη του, τό θέατρο πρόζας εχε νά παλαίψη μ’ ναν σημαντικό περιορισμό: ποκλείονταν πό τό ρεπερτόριό του τά ργα τν συμμαχικν χωρν. πρεπε νά περιλαμβάνη ποχρεωτικά τό δραματολόγιο τν χωρν το  ξονα καί τό σχετικά φτωχό λληνικό δραματολόγιο. Ο πίεζαν τούς θιάσους ν’ νεβάζουν ναζιστικά ργα. Εναι μως τιμή γιά τό θέατρό μας τό γεγονός τι λάχιστα γερμανικά ργα νέβηκαν στό διάστημα τς Κατοχς, κι ατά κλασικά.
»Παράλληλα ερισκε τόν τρόπο ν’ νεβάζη συμμαχικά ργα, ξεγελώντας τήν λογοκρισία, λλάζοντας τόν τίτλο, τ’ νομα το συγγραφέα καί τά πρόσωπα το ργου.
»Ατό κανε π.χ. το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κούν στά 1943 μέ τά «Καπνοτόπια» το Αμερικανο συγγραφέα Κώλντουελ. Τό ργο πέρασε ό τήν λογοκρισία μέ τόν τίτλο «Γιά να κομμάτι γς» το Γάλλου συγγραφέα… Κωλντέλ (γαλλικά ργα πιτρέπονταν). Στήν περίπτωση πού ο ρχές θά νακάλυπταν τήν παράβασι, πρχε κίνδυνος νά κλείση τό θέατρο καί νά συλληφθον θιασάρχης καί τά μέλη το θιάσου.
Τό Θέατρο Τέχνης μως εχε τό θάρρος νά διακινδυνεύση τό νέβασμα κι νός λλου «παγορευμένου» ργου. νέβασε τόν «Βυθό» το Μαξίμ Γκόρκυ. Τόν ούλιο το 1941, θίασος «Κατερίνας» νέβασε να πολωνέζικο ργο μέ τόν ψεύτικο τίτλο « καλή λπίδα» σάν ργο το Ογγρου συγγραφέα Χάγερμαν! Στίς 6 Δεκεμβρίου 1943, θίασος «Βεάκη – Μανωλίδου – Παπ – Δενδραμ» νέβασε στό θέατρο «Πάνθεον» τόν «Σοβαρό ρνέστο» το Μπέρναρ Σόου καί τόν κράτησε πάνω πό να μνα μ’ ρκετή πιτυχία.
Ο Γερμανοί νησύχησαν καί θίασος ρχισε νά βλέπη σχημα προμυνήματα. Γιά νά τους ξευμενίσουν νέβασαβ να «κίνδυνο» γερμανικό ργο «Τά νιάτα», το Γερμανο συγγραφέα Μάξ Χάλμπε, πού εἶχε ἀτυχία. Τό κοινό κατάλαβε καί δεν πήγαινε στό θέατρο. Ἦταν μιά ἔμμεση ἀοδοκιμασία γιά τούς Γερμανούς τό ὅτι τό ἔργο δέν μπόρεσε νά κρατηθῆ παραπάνω ἀπό… μιά ἑβδομάδα! Ὁ θίασος ἀποφάσισε νά τό κατεβάση, ἀλλά ἡ γερμανική λογοκρισία παρενέβη καί τούς ἀνάγκασε νά συνεχίσουν τίς παραστάσεις ἔστω καί μέ… οἰκονομική ζημία… ».
Κύκνειο άσμα


Λέανδρος Καβαφάκης

Δεν θα μπορούσε το θέατρο να παίξει τέτοιον αντιστασιακό ρόλο αν οι ηθοποιοί δεν συνελάμβαναν με την ευαισθησία τους το αγωνιστικό πνεύμα του λαού, το οποίο υλοποίησαν όχι μόνο παίζοντας στη σκηνή, αλλά και συμμετέχοντας στις οργανώσεις αντίστασης. Και πλήρωσαν με πολλές διώξεις, που τις επέστεψε ο θάνατος, τις εξωθεατρικές τους δραστηριότητες.
Η περίπτωση του Λέανδρου Καβαφάκη είναι χαρακτηριστική. Τενόρος της όπερας, άνηκε στον ΕΔΕΣ και είχε επαφή με αγγλικές μυστικές υπηρεσίες. Βρισκόταν στην Πάτρα με τον θίασο Ξύδη και ο Γερμανός φρούραρχος που φαινόταν θερμός φίλος του θεάτρου προσέγγισε τους ηθοποιούς. Ιδιαίτερη προτίμηση έδειχνε προς τον Λέανδρο Καβαφάκη και προς την χορεύτρια του θιάσου, Μανταλένα. Τους είχε καλέσει επανειλημμένα στο σπίτι του και στο γραφείο του.
Και τότε ο Καβαφάκης έλαβε την εντολή από έναν πράκτορα μυστικής υπηρεσίας:  «Προσπάθησε να κλέψεις τη σφραγίδα του φρούραρχου». Ο Καβαφάκης δέχτηκε και δεν δυσκολεύτηκε να το επιτύχει. Σε μια επίσκεψή του, μαζί με τη Μανταλένα, στο γραφείο του, μπόρεσε να αφαιρέσει την πολύτιμη σφραγίδα. Την παρέδωσε στον πράκτορα και έγινε ευρύτατη χρήση της. Αλλά οι Γερμανοί έκαναν έντονες ανακρίσεις, που οι αιχμές τους στράφηκαν προς τους νεαρούς ηθοποιούς. 
Συνελήφθησαν και κλείστηκαν στις φυλακές Χαϊδαρίου. Ο αδελφός του Λέανδρου, Χρήστος Καβαφάκης, εξέχων δημοσιογράφος, δεν κατόρθωσε να τον σώσει. Αφού παρέμεινε πολύ καιρό κλεισμένος στο Χαϊδάρι ως όμηρος, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα μαζί με τη Μανταλένα το 1944.
Εκεί, μπροστά στις γερμανικές κάννες, αγκάλιασε τη σύντροφό του και με την κρυστάλλινη φωνή του εξαιρετικού τενόρου τραγούδησε με πάθος τον Εθνικό Ύμνο. Οι σφαίρες του αποσπάσματος διέκοψαν την ηρωική σκηνή. Το άλλο πρωί ο δήμαρχος Αθηναίων Γεωργάτος και ο διευθυντής της αστυνομίας Άγγελος Έβερτ πήγαν στα γραφεία της εφημερίδας όπου εργαζόταν ο Χρήστος Καβαφάκης για να του αναγγείλουν τον συγκλονιστικό θάνατο του αδελφού του και το πατριωτικό κύκνειο άσμα του.

Αυτό το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του ΣΟΛΩΝ ΝΕΟΚ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, 1941-1974» τόμος Ι (σελ. 244-248) από τις εκδόσεις της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.