ΕΡΗΜΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

 

Συντάκτης: Δημήτρης Νανούρης

Λάθεψα χθες κι απέδωσα το «Ετσι είν' η ζωή και πώς να την αλλάξεις» στον Βασίλη Τσιτσάνη. Με μπέρδεψε ο νόστος για τις χαμένες πατρίδες, αφού το εν λόγω άσμα των Γιάννη Λογοθέτη και Δήμου Μούτση τραγουδιόταν αλλοτινές Κυριακές εν χορώ στην 9-11 μαζί με το «Ελα να νιώσεις πώς είν' η ζωή/ όλα τα ωραία μες στη Σκεπαστή». Ας είναι! Με διόρθωσαν πρωί πρωί ηλεκτρονικά ευγενική αναγνώστρια και καλός συνάδελφος στην εφημερίδα. Τους ευχαριστώ.

Αξιοποιώ την ευκαιρία, μια και αναφερόμαστε σε στίχους, να υπογραμμίσω την επιστολή του εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενου Σπύρου Πλέσσα, όστις διά μέσου εμού απευθύνεται στον ΘΑλέξη: «Σύντροφε Δημήτρη, καλημέρα. Παίρνω το θάρρος να σε αποκαλώ σύντροφο γιατί σύντροφοι για μένα είναι όλοι αυτοί που σε μια παρέα με μια κιθάρα θα πιουν, θα τραγουδήσουν, θα κλάψουν για χαμένα όνειρα, θα μείνουν όρθιοι. Σου στέλνω ένα γράμμα με παραλήπτη τον πρωθυπουργό και σε παρακαλώ να το δημοσιεύσεις. Αν βρεθείς στη Θεσσαλονίκη κερνάω τσίπουρο, χωρίς γλυκάνισο, και καυτερή πιπεριά».

Θηρευτής, μα πιο πολύ θήραμα, γράφει στο καρντάσι: «Κύριε Πρωθυπουργέ, όταν σας άκουγα στη Βουλή να απαντάτε με στίχους Ελλήνων ποιητών χαιρόμουν. Πέρασε καιρός από τότε. Σήμερα σας γράφω για να σας θυμίσω μερικούς ακόμα στίχους:

“Κάποτε θα 'ρθουν γνωστικοί
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν
έχε το νου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί
θα σε πουλήσουν...”.

Λευτέρης Παπαδόπουλος

“Αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά
πρέπει να γίνεις, πρέπει να κλάψεις.
Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος.
Η εκπόρθηση να φτάσει ώς τις ρίζες των βουνών.
Είσαι Ελληνας, είσαι Ελληνας.
Πίνεις την προδοσία με το γάλα,
πίνεις την προδοσία με το κρασί...”.

Μίκης Θεοδωράκης

Ολοκληρώνει ο επιστολογράφος μας με αποσπάσματα ενός σημαντικού πονήματος. Απολαύστε το ως σύνολο:
«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους.

 
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
για τις φλεγόμενες πόλεις τα Σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
τους μαστροπούς ποιητές που σέρνονται τις νύχτες στα κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
για τα προαύλια των φυλακών και το δάκρυ των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
κι αυτοί γαλήνιοι το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Ορθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Θα τα γευτούμε εκείνο το χωρίς γλυκάνισο και την καυτερή πιπεριά, Σπύρο.

ΠΗΓΗ: efsyn 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.