Πέμπτη, Απρίλιος 3 2025

«Από τους Έλληνες πήραμε την πόλη και στους Έλληνες θα την παραδώσουμε»

 


Σκέψεις αναφορικά με την ελληνική εθνική ταυτότητα, με αφορμή τα λόγια ενός Οθωμανού αξιωματούχου

του Θ. Κωτσάκη, από τον Νέο Ερμή τον Λόγιο, τ. 14, Φθινόπωρο 2016

25 Οκτωβρίου 1912: Ο ελληνικός στρατός βρίσκεται στα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης. Έπειτα από σχεδόν πέντε αιώνες οθωμανικού ζυγού, η πόλη δείχνει έτοιμη να υποδεχτεί τους απελευθερωτές της.

Ωστόσο, εκπρόσωποι του βουλγαρικού στρατού, που είχε επίσης πλησιάσει στην πόλη, επιχείρησαν να δωροδοκήσουν τον Αλβανό στρατιωτικό διοικητή της Χασάν Ταχσίν πασά (1845-1918), ώστε να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στους Βουλγάρους. Τότε εκείνος αποκρίθηκε: «Εμείς πολεμήσαμε με τους Έλληνες επί είκοσι μέρες. Βούλγαρους στρατιώτες δεν συνάντησα πουθενά. Νικήθηκα από τους Έλληνες και σε εκείνους παραδίδω την πόλη. Πώς τολμάτε να μου ζητάτε να υπογράψω πρωτόκολλο και μ’ εσάς;», ενώ φέρεται να συμπλήρωσε: «από αυτούς την πήραμε και σε αυτούς θα την παραδώσουμε»[1]. Έτσι, την επομένη ημέρα ο ελληνικός στρατός εισήλθε πρώτος στην πόλη και την κατέλαβε. Η παραπάνω φράση όχι ενός Έλληνα, αλλά ενός ξένου, ενός Αλβανού μουσουλμάνου στρατηγού του οθωμανικού στρατού, είναι ενδεικτική της αντίληψης που είχαν ακόμη και οι αντίπαλοι των Ελλήνων αναφορικά με την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Εδώ ο Ταχσίν πασάς, βάσει των συμφραζομένων, έχει συνείδηση ότι η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη που πριν το 1430 ήταν ελληνική και ότι η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας φθάνει στο τέλος της, με την επαναφορά της πόλης στο πρότερο –υπό μια έννοια– καθεστώς. Μολονότι εξέλιπε από αιώνων η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και παρά το ότι ο στρατός, που ήταν έτοιμος να καταλάβει την πόλη, ήταν πλέον εκείνος του σύγχρονου ελληνικού κράτους, εντούτοις έχει την πεποίθηση ότι τόσο οι βυζαντινοί όσο και οι σύγχρονοι Έλληνες αποτελούν μέρος μιας ενιαίας στο διάβα των αιώνων οντότητας.

Όπως και οι Έλληνες των παλαιότερων εποχών, έτσι και ο Ταχσίν πασάς εδώ δεν εδράζει την ενότητα μεταξύ μεσαιωνικών και συγχρόνων Ελλήνων στην κρατική συνέχεια, δεδομένης της  ασυνέχειας μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ελλάδος και της μεταξύ τους θεσμικής και ιδεολογικής ετερότητας. Είναι προφανές ότι προσεγγίζει την έννοια του έθνους βάσει όχι πολιτικών, αλλά πολιτισμικών παραμέτρων και κριτηρίων. «Έλληνας», για τον Οθωμανό αξιωματούχο, δεν είναι απλώς ο κάτοικος της ελλαδικής επικράτειας ή ο πολίτης του ελλαδικού κράτους, αλλά κάτι παραπέρα. Δεν θεωρεί δηλαδή, βάσει όσων διασώζει ο λαϊκός θρύλος, ότι το ελληνικό έθνος συγκροτήθηκε με την έλευση της Νεωτερικότητας μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα, υπό την επίδραση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, ή, πολύ περισσότερο, ότι «κατασκευάστηκε» μετά την ίδρυση του Βασιλείου της Ελλάδος, αλλά ότι υπάρχει ήδη από την ύστερη βυζαντινή περίοδο τουλάχιστον, επιβιώνοντας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Εμμέσως λοιπόν πλην σαφώς, ο Ταχσίν πασάς φέρεται να συνυπογράφει από τη δική του σκοπιά αυτά που είχε υποστηρίξει σχεδόν έναν αιώνα πριν ο πρωτεργάτης της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «ἐ­μεῖς (…) πο­τὲ συμ­βι­βα­σμὸν δὲν ἐ­κά­μα­με μὲ τοὺς Τούρ­κους· ἄλ­λους ἔ­κο­ψε, ἄλ­λους ἐσκλά­βω­σε μὲ τὸ σπα­θὶ καὶ ἄλ­λοι, κα­θὼς ἐμεῖς, ἐ­ζού­σα­μεν ἐ­λεύ­θε­ροι ἀ­πὸ γεν­νε­ὰ εἰς γεν­νε­ά· ὁ Βασιλεύς μας ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δέν ἔκαμε, ἡ φρουρά του εἶχε παντοτινό πόλεμο μέ τούς Τούρκους…»[2].

Η ελληνική εθνική συνείδηση σύμφωνα με την ελληνική ιδιοπροσωπία

Ιστορικά παραδείγματα

Παρόλο που η μεταβυζαντινή παράδοση των Ελλήνων μπολιάστηκε από τα τέλη του 18ου αιώνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού[3] και παρά το γεγονός ότι κατά τους τελευταίους δύο αιώνες έχουν παρατηρηθεί τάσεις εκδυτικισμού, ιδίως στους κόλπους των ελίτ, στο πλαίσιο προφανώς των στενών σχέσεων του ελληνικού κράτους με τη Δύση από την εποχή του Όθωνα –αν όχι νωρίτερα– έως την ένταξή μας στην ΕΟΚ και την ενσωμάτωσή μας στην ΕΕ, εντούτοις θα επιβιώσει σε γενικές γραμμές η παλαιότερη αντίληψη που θέλει το έθνος να αποτελεί μια οντότητα η οποία συγκροτείται βάσει πολιτισμικών κυρίως παραγόντων και όχι πολιτικών[4]. Η έννοια περί «πολιτικού έθνους», η οποία εντοπίζεται στη Δυτική Ευρώπη και, ακόμη περισσότερο, στον Νέο Κόσμο, δεν φαίνεται να βρίσκει κατ’ ουσίαν εφαρμογή και στην Ελλάδα[5] και στη Βαλκανική Χερσόνησο γενικότερα, με τις διάσπαρτες εθνικές μειονότητες, δεδομένου ότι στην περιοχή μας η έννοια του πολίτη ενός κράτους δεν ταυτίζεται με την εθνική του συνείδηση[6].

Πάντως, τουλάχιστον για τα Συντάγματα της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Επανάστασης (αρχές 19ου αι.), Έλληνες θεωρούνται αποκλειστικά οι χριστιανοί: «Ὅσοι κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν εἶναι Ἕλληνες. (…) Ὅσοι κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος δέν πιστεύουσιν εἰς Χριστόν εἶναι Μέτοικοι»[7]. Τίθενται λοιπόν εξ αρχής οι βάσεις για τη μετέπειτα διάκριση ανάμεσα στις έννοιες «Έλληνας το γένος» και «Έλληνας πολίτης». Ο «Έλληνας το γένος» έχει κοινή θρησκεία, κοινή γλώσσα, κοινά ήθη και έθιμα, και συνείδηση κοινής καταγωγής, ανεξαρτήτως γεωγραφικής τοποθέτησης (εξ ού και οι όροι «ομογενής» και «ομογένεια»), όπως θα δούμε και παρακάτω. Από την άλλη, ο «Έλληνας πολίτης» κατοικεί απλώς εντός των γεωγραφικών ορίων του ελλαδικού κράτους, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας ή εθνικής συνείδησης, με ίσα βεβαίως πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Διαβάστε την συνέχεια στο ardin-rixi

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.