Η “αυτοκρατορία” θέλει αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει



 Γράφει η Πελαγία Καρπαθιωτάκη

Είναι γεγονός ότι οι 100 πρώτες ημέρες της νέας αμερικανικής διοίκησης Μπάιντεν, ιδιαίτερα μετά απ’ ότι ακολούθησε τις εκλογές και με αποκορύφωμα την εισβολή στο Καπιτώλιο, έχουν τραβήξει την προσοχή όλων, καθώς προσπαθούν να κατανοήσουν τις προτεραιότητες της νέας διοίκησης, ιδιαίτερα στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και να “αποκωδικοποιήσουν” τι σημαίνει στην πράξη, η δήλωση του νέου προέδρου ότι «Η Αμερική επιστρέφει», ή καλύτερα ότι “ξανά-επιστρέφει”.

Η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε η φράση αυτή ήταν το 2012 από τον Ομπάμα, όταν κατά τη διάρκεια ομιλίας του ανέφερε ότι «η Αμερική επιστρέφει», και μάλιστα για να ενισχύσει με επιχειρήματα την άποψη αυτή, στηρίχτηκε σε ένα άρθρο του Robert Kagan με τίτλο “The myth of American declin”, το οποίο χαρακτήρισε ως ένα από τα σημαντικότερα άρθρα που έχει διαβάσει.

Είναι σαφές ότι ο νέος πρόεδρος Μπάιντεν, αφενός ευθυγραμμίζεται με τις απόψεις του Ομπάμα ως προς την “επιστροφή” των ΗΠΑ και ότι αυτό συνεπάγεται (αλλά θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτή είναι η δεύτερη δήλωση περί επιστροφής) κι αφετέρου δείχνει να συμμερίζεται την επιχειρηματολογία του Kagan, ότι είναι ένας “μύθος” η αμερικανική παρακμή, επιβραβεύοντας μάλιστα τη σύζυγό του Kagan, Victoria Nuland, με την θέση της υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Να υπενθυμίσουμε ότι η Nuland είναι γνωστή από την “συμμετοχή” της στην ουκρανική κρίση και τα απαξιωτικά λόγια για τους Ευρωπαίους συμμάχους (2014) τα οποία είναι στην ίδια λογική με τις απόψεις για τoυς Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, που διατυπώνει στα βιβλία του ο Kagan. Έτσι λοιπόν, από το “η Αμερική επιστρέφει” του Ομπάμα, στο “Η Αμερική πρώτη” του Τραμπ και στο “Η Αμερική επιστρέφει (ξανά)” του Μπάιντεν και όλα αυτά σε λιγότερο από μία δεκαετία.

Δημοκρατία και αμερικανική ισχύς

Αποδεικνύεται, λοιπόν, μια δυσκολία των ΗΠΑ να βρουν τον “βηματισμό” τους, γεγονός που δεν είναι ιδιαιτέρως ενισχυτικό της άποψης του Kagan, ότι δεν είναι κάτι άλλο παρά ένας μύθος η παρακμή των ΗΠΑ. Το ερώτημα όμως είναι: Η Αμερική μπορεί πράγματι να επιστρέψει στην πρωτοκαθεδρία της; Σε αυτό το ερώτημα μπορούν να αναδειχθούν διάφορα στοιχεία που συνιστούν μια ηγεμονική δύναμη.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ραϋμόν Αρόν θεωρούσε ότι η ισχύς μιας μεγάλης δύναμης μειώνεται, όταν δεν υπηρετεί πλέον μια ιδέα. Τον 21ο αιώνα, ποια άραγε είναι η ιδέα που υπηρετούν οι ΗΠΑ, εκτός από το να επικαλείται την δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι οποίες αναμφισβήτητα έχουν την αξία τους, αλλά σε έναν πλανήτη που αντιμετωπίζει τόσες προκλήσεις, αν αυτές δεν συνοδεύονται από οικουμενικές και πανανθρώπινες αξίες, δεν είναι πλέον αρκετές για να επιτύχουν το στόχο τους.

Είναι γεγονός ότι στο παρελθόν, η επίκληση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνέβαλαν σημαντικά στην ανάδειξη των ΗΠΑ σε παγκόσμια αυτοκρατορία, αλλά θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στον 21ο αιώνα, με την επίκληση των ίδιων αξιών, διαπιστώνεται επίσης η μεγαλύτερη μείωση της αμερικανικής ισχύος. Στο θέμα αυτό ο Μπρεζίνσκι στο “Out of Control” (1993) ήταν προφητικός όταν δήλωνε ότι δεν μπορεί να υποτιμηθεί η συμβολή της δημοκρατίας στην πτώση του κομμουνισμού, αλλά από μόνη της δεν θα ήταν αρκετή, αν δεν είχε συνδυαστεί και με άλλες επιθυμίες της εποχής εκείνης.

Ο Μπρεζίνσκι θεωρούσε ότι η δημοκρατία ως ιδέα θα συνέβαλε στην αύξηση της αμερικανικής ισχύος, αν θα μπορούσε αυτή να συνοδεύεται από την ιδέα της καθολικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με βασική απαίτηση τον σεβασμό διαφορετικών πολιτιστικών, πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών εκφάνσεων, καθώς μόνο τότε οι ΗΠΑ θα κατόρθωναν να υπερβούν τον κίνδυνο η παγκόσμια πολιτική αφύπνιση να στραφεί εναντίον της. Όπως κι έγινε!

Μία διχασμένη Αμερική

Ένα άλλο απαραίτητο στοιχείο της εθνικής ισχύος κάθε χώρας, το οποίο στην περίπτωση των ΗΠΑ μοιάζει να υποτιμάται ή εντέχνως να υποκρύπτεται, είναι η εθνική ενότητα, καθώς με τη μορφή της κοινής γνώμης παρέχει έναν άυλο παράγοντα, χωρίς την υποστήριξη του οποίου καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να επιδιώξει τις πολιτικές της με επιτυχία.

Η παρουσία, ή η απουσία του αποκαλύπτονται ιδιαίτερα σε καιρούς εθνικής κρίσης. Ειδικά στις ΗΠΑ, το βάρος της αμερικανικής ισχύος στις διεθνείς υποθέσεις εξαρτάται κατά έναν περίεργο βαθμό από τη διάθεση της αμερικανικής κοινής γνώμης, καθώς χωρίς συναίνεση της κοινωνίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί η εξωτερική πολιτική (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πόλεμος στο Βιετνάμ).

Έτσι λοιπόν η εκλογή του Τραμπ το 2016, τα επεισόδια που διαδραματίστηκαν στις ΗΠΑ μετά το θάνατο του Αφροαμερικανού Φλόιντ από αστυνομική βία (τα οποία ανέδειξαν τις διαχρονικά υφιστάμενες φυλετικές διακρίσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ), τα αμφίρροπα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών και τα δραματικά γεγονότα στο Καπιτώλιο πριν την ορκωμοσία του νέου προέδρου είναι αποδείξεις μιας βαθιά διχασμένης αμερικανικής κοινωνίας.

Αποδείξεις, οι οποίες δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, έστω κι αν το “αόρατο χέρι” των ΜΜΕ εξαφανίζει εντέχνως από το προσκήνιο κάθε κοινωνική κρίση, που εμφανίζεται στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Βέβαια, οι βαθιές κοινωνικές κρίσεις δεν εξαφανίζονται ως δια μαγείας, ούτε μπορούν να “τακτοποιηθούν” γιατί δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά έχουν βαθιές ρίζες.

Σημάδι η εκλογή Τραμπ

Τα πρώτα σημάδια διχασμού της αμερικανικής κοινωνίας φάνηκαν με την “μη αναμενόμενη” για πολλούς εκλογή Τραμπ το 2016, προτάσσοντας το σύνθημα «η Αμερική πρώτη». Μία εκλογή που όμως ήταν το αποτέλεσμα μιας οκταετούς μη αποτελεσματικής, αδικαιολόγητα “σπάταλης” και υπέρμετρα επιθετικής διακυβέρνησης Ομπάμα (εντυπωσιακή αύξηση αμερικανικού δημόσιου χρέους, αύξηση ανεργίας, Αραβική Άνοιξη κ.α.).

Επιπλέον, μοιάζει να αγνοούσε ή να υποτιμούσε τις προειδοποιήσεις για τις ραγδαίες δομικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που συντελούνται παγκοσμίως, ως συνέπεια της επιτάχυνσης ανακατανομής του παγκόσμιου πλούτου. Βέβαια, οι λανθασμένες πολιτικές Ομπάμα ή των προκατόχων του ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν η αιτία για να αλλάξει η ιστορία, αλλά συνέβαλαν αποφασιστικά στο να επιταχυνθούν οι εξελίξεις.

Οι ΗΠΑ, επειδή ως έθνος (όπως λέει ο David Calleo) είναι εγγενώς συνδεδεμένες με την ηγεμονία σε βαθμό εμμονής, έβλεπαν την παγκοσμιοποίηση μόνο ως διεύρυνση του δικού τους πεδίου δράσης και δεν μπορούσαν να δουν τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της αναστροφής του ρεύματος, με αποτέλεσμα να υποτιμούν ακόμα και τις προβλέψεις πολλών Αμερικανών διανοητών.

Διανοητών, οι οποίοι προειδοποιούσαν για τις αλλαγές που επέρχονται σε παγκόσμιο επίπεδο, ως συνέπεια των αντιαποικιοκρατικών πολέμων και της απελευθέρωσης τεράστιων παραγωγικών δυνάμεων στην Ανατολή, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην μεγαλύτερη μεταφορά παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου. Οι επερχόμενες αλλαγές της ισορροπίας ισχύος επηρεάζουν ήδη και θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις ΗΠΑ, αφενός στο επίπεδο της εσωτερικής πολιτικής (οι οποίες για να μείνουν ανταγωνιστικές θα αναγκαστούν να εφαρμόσουν μακροχρόνια μέτρα λιτότητας στο εσωτερικό, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τις κοινωνικές κρίσεις) κι αφετέρου στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής.

Η Κίνα “μεγάλος παίκτης”

Προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της ανακατανομής, επιδιώκει να “δαιμονοποιήσει” την Κίνα και να την αναδείξει ως τη βασική αιτία για τα προβλήματα των ΗΠΑ, στοχεύοντας έτσι από την μία να συσπειρώσουν την αμερικανική κοινωνία και από την άλλη να συσπειρώσουν γύρω τους άλλες χώρες, υποτιμώντας τα πραγματικά γεγονότα που συντελούνται παγκοσμίως, τα οποία όμως έχουν προβλεφθεί από τους Αμερικανούς διανοητές.

Ο Huntington στο “Class of Civilizations”, αναλύοντας το γεωπολιτικό σύνολο που θεμελιώνεται στην Άπω Ανατολή γύρω από τον κινεζικό πολιτικό και οικονομικό “γίγαντα” (εξαιρεί την Ιαπωνία), συμβουλεύει τις ΗΠΑ να αναγνωρίσουν την κινεζική ηγεμονία στην Άπω Ανατολή, με το τίμημα να αρνηθούν τις βλέψεις τους να διαμορφώσουν μονάχα αυτές την παγκόσμια τάξη. Παραθέτει μια φράση του πρώην πρωθυπουργού της Σιγκαπούρης Lee Kuan Yew (1994) ο οποίος χαρακτηρίζει την Κίνα ως «τον μεγαλύτερο παίκτη στην ιστορία» του ανθρώπου και ότι η Κίνα δεν θα αλλάξει το σύστημα διακυβέρνησης της, καθώς η άνοδος της και ότι είναι σήμερα, οφείλεται σε αυτό.

Την ίδια άποψη έχει και ο φιλόσοφος Παναγιώτης Κονδύλης, ο οποίος θεωρεί ότι η Κίνα δεν θα ήταν ότι είναι σήμερα (1998) και ότι θα είναι τον 21ο αιώνα, χωρίς την κομμουνιστική επανάσταση κι όχι μόνο στις εγχώριες, αλλά και στις παγκόσμιες διαστάσεις της και συνεχίζει ότι όσοι τις κοσμογονικές αυτές ανατροπές τις μετρούν με έννοιες, όπως σοσιαλισμός και καπιταλισμός, στέκουν στην επιφάνεια των πραγμάτων, καθώς η ιστορική ουσία δεν βρίσκεται εδώ, αλλά στην ανάδυση νέων παγκόσμιων δυνάμεων, ικανών να εκτοπίσουν τις παλιές.

Οι ΗΠΑ τον 21ο αιώνα, ενώ έχουν υποστεί σημαντική μείωση της σχετικής ισχύος τους κι έχει τραυματιστεί βαθιά η νομιμότητα των πράξεων τους και η διεθνής αξιοπιστία τους, αδυνατούν να εγκαταλείψουν την αυτάρεσκη στάση ότι μπορούν μόνοι αυτοί να υπαγορεύουν τους κανόνες λειτουργίας του διεθνούς συστήματος και της παγκοσμιοποίησης.

Πώς μπορεί η Αμερική να επιστρέψει στην πρωτοκαθεδρία όταν σύντομα, όχι μόνο δεν θα είναι η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, αλλά επιπλέον το μόνο εργαλείο άσκησης πλανητικής πολιτικής που θα διαθέτει δεν θα είναι η διπλωματία ή η ήπια ισχύς της, αλλά θα είναι η επιβολή κυρώσεων στους συμμάχους και μη. Εάν οι ΗΠΑ πραγματικά επιθυμούν να επιστρέψουν οφείλουν να αναγνωρίσουν το ρόλο των άλλων μεγάλων δυνάμεων, ώστε να διαμορφωθεί μια παγκόσμια τάξη προς όφελος της ανθρωπότητας, καθώς οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να ενεργούν εξ ονόματος της.

από slpress

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.