Η απατηλή υπόσχεση της αλλαγής καθεστώτος
Γράφει ο Philip H. Gordon
Από την δεκαετία του 1950, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προσπαθήσει να εκδιώξουν κυβερνήσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, κατά μέσο όρο μια φορά κάθε δεκαετία. Το έχουν πράξει στο Ιράν, το Αφγανιστάν (δύο φορές), το Ιράκ, την Αίγυπτο, την Λιβύη και την Συρία -μια λίστα που περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες η απομάκρυνση των ηγετών μιας χώρας και ο μετασχηματισμός του πολιτικού της συστήματος ήταν οι στόχοι της πολιτικής των ΗΠΑ και η Ουάσιγκτον κατέβαλε παρατεταμένες προσπάθειες για την επίτευξή τους.
Τα κίνητρα πίσω από αυτές τις παρεμβάσεις διέφεραν ευρέως, όπως και οι μέθοδοι της Ουάσινγκτον: σε ορισμένες περιπτώσεις υποστηρίζοντας ένα πραξικόπημα, σε άλλες εισβάλλοντας και καταλαμβάνοντας μια χώρα, και σε άλλες βασιζόμενες στην διπλωματία, την ρητορική, και τις κυρώσεις.Όλες αυτές οι προσπάθειες, ωστόσο, έχουν ένα κοινό: απέτυχαν. Σε κάθε περίπτωση, οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υπερέβαλαν την απειλή που αντιμετώπιζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, υποτίμησαν τις προκλήσεις της εκδίωξης ενός καθεστώτος, και αγκάλιασαν τις αισιόδοξες διαβεβαιώσεις εξόριστων ή τοπικών δρώντων με μικρή δύναμη. Σε κάθε περίπτωση εκτός από εκείνη της Συρίας (όπου το καθεστώς κρατήθηκε στην εξουσία), οι Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν πρόωρα τη νίκη, απέτυχαν να προβλέψουν το χάος που θα προέκυπτε αναπόφευκτα μετά την κατάρρευση του καθεστώτος, και τελικά βρέθηκαν να βαρύνονται τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος για τις επερχόμενες δεκαετίες.
Γιατί είναι τόσο δύσκολη η αλλαγή καθεστώτος στη Μέση Ανατολή; Και γιατί οι ηγέτες και οι ειδικοί των ΗΠΑ συνεχίζουν να πιστεύουν ότι μπορούν να την κάνουν σωστά; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, και είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι σε κάθε περίπτωση, οι εναλλακτικές λύσεις στην αλλαγή καθεστώτος δεν ήταν ελκυστικές. Αλλά καθώς οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ μελετούν τις προκλήσεις της αντιμετώπισης αυτής της ενοχλητικής περιοχής, θα πρέπει να δουν τα μοτίβα της αυταπάτης και της εσφαλμένης κρίσης που έχουν κάνει ξανά και ξανά την αλλαγή καθεστώτος τόσο δελεαστική -και, τελικά, τόσο καταστροφική.
ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΓΚ
Το 2011, καθώς οι ανώτεροι αξιωματούχοι συζητούσαν εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ εναντίον του Λίβυου κυβερνήτη Μουαμάρ αλ-Καντάφι, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Γκέιτς, -το πιο έμπειρο μέλος της ομάδας εθνικής ασφάλειας του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα- υπενθύμισε [1] στους συναδέλφους του ότι «όταν ξεκινάς έναν πόλεμο δεν ξέρεις ποτέ πώς θα πάει». Η προειδοποίηση του Γκέιτς ήταν μετριοπαθής: σε κάθε περίπτωση, όσο προσεκτικά κι αν ήταν προετοιμασμένη, η αλλαγή καθεστώτος στη Μέση Ανατολή είχε απρόβλεπτες και ανεπιθύμητες συνέπειες. Ίσως το πιο δυνατό παράδειγμα αυτού του φαινομένου ήταν η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, όταν η Ουάσιγκτον τερμάτισε την διακυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά επίσης ενδυνάμωσε ακούσια το Ιράν, τροφοδότησε τον τζιχαντισμό, απέδειξε σε δικτάτορες σε όλο τον κόσμο την πιθανή αξία της κατοχής πυρηνικών όπλων (για να αποτρέψουν τέτοιες εισβολές) , αύξησε τις αμφιβολίες σε όλο τον κόσμο για την καλή προαίρεση της αμερικανικής ισχύος, και δυσαρέστησε το αμερικανικό κοινό για τις στρατιωτικές επεμβάσεις για τις επόμενες δεκαετίες.
Διαβάστε την συνέχεια στο foreignaffairs
Δεν υπάρχουν σχόλια: