Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Οφειλόμενη απάντηση στο βιβλίο του κ. Γ. Τόλιου για τη μετάβαση στο "εθνικό νόμισμα"

 

Του Όθωνα Κουμαρέλλα

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα νέο βιβλίο που αναφέρεται στο εθνικό νόμισμα και τη μετάβαση σε αυτό. Είναι το βιβλίο του γνωστού στελέχους της ΛΑ.Ε. κ. Γιάννη Τόλιου με τίτλο «Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα - Αφετηρία εξόδου από την κρίση».

Κατ’ αρχήν είναι πολύ θετικό που στην προσπάθεια ενημέρωσης του κόσμου για τον τρόπο απαλλαγής της χώρας μας από το καθεστώς κατοχής και τις μνημονιακές πολιτικές που το συνοδεύουν, προστέθηκε ένα ακόμη βιβλίο. Ένα βιβλίο που προσπαθεί -τουλάχιστον- να στοιχειοθετήσει το εφικτό πέραν του αναγκαίου μιας διαφορετικής πολιτικής αντίθετης από την ακολουθούμενη, με επίκεντρο την καθιέρωση εθνικού νομίσματος. Ότι και μόνο η συμβολή στο άνοιγμα και στο βάθεμα της συζήτησης για το καίριο αυτό εθνικής σημασίας ζήτημα, δεν είναι αμελητέο στοιχείο της προσπάθειας του συγγραφέα που πρέπει εξ αρχής να επισημανθεί.

Δεν γνωρίζουμε βέβαια κατά πόσο το βιβλίο αυτό απηχεί -επίσης- τις επίσημες απόψεις της ΛΑ.Ε. για το εθνικό νόμισμα, αλλά με δεδομένο ότι το βιβλίο συγγράφτηκε από εξέχον στέλεχός της, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να υποθέσουμε, ότι σε μεγάλο βαθμό πέραν της προσωπικής άποψης του συγγραφέα, εκφράζονται και οι θέσεις αυτού του κόμματος.

Έτσι, μια κριτική αποτίμηση του περιεχομένου του βιβλίου, το κατά πόσο, δηλαδή, πετυχαίνει να ενισχύσει την άποψη υπέρ του εθνικού νομίσματος, ή την αποδυναμώνει, δημιουργώντας συγχύσεις, καθίσταται αναγκαία και αυτό αποτολμά το παρόν σημείωμα, πάντα με σεβασμό στον συγγραφέα και τη δουλειά του.

Κρίση, ή μεθοδευμένη επιβολή ξένης κατοχής με οικονομικά μέσα;

Το πρώτο που θα παρατηρήσει κανείς διαβάζοντας το βιβλίο είναι ότι ο συγγραφέας αναφέρεται στην κρίση γενικά. Πουθενά όμως, δεν την ορίζει ως το αποτέλεσμα της ξένης κατοχής που επιβλήθηκε στη χώρα με οικονομικά μέσα.

Μια ξένη κατοχή που προετοιμάστηκε μεθοδικά, ήδη από την ένταξή μας στην ΕΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αλλά κυρίως από το Μάαστριχτ και μετά. Για να πάρει στη συνέχεια συγκεκριμένη μορφή με την εκχώρηση του εκδοτικού δικαιώματος του νομίσματος στην υπερεθνική ΕΚΤ. Η εκχώρηση αυτή είναι αν όχι η αποκλειστική, η κύρια αιτία για την υπερχρέωση της χώρας και τις συνέπειές της. Κατόπιν τα πάντα ήταν εύκολα για τους επίβουλους δήθεν εταίρους μας και τη χρησιμοποίηση αυτής της -επί της ουσίας- χρεοκοπίας ως τη δικαιολογητική βάση της επιβολής του απάνθρωπου καθεστώτος των μνημονίων, με την οριστική συνάμα απεμπόληση κάθε στοιχείου εθνικής κυριαρχίας, με άμεση την προοπτική της συρρίκνωσης, αν όχι της πλήρους εξαφάνισης του ελληνικού εθνικού χώρου.

Στο φλέγον ερώτημα λοιπόν, εάν τα επισυμβαίνοντα εδώ και επτά χρόνια στη χώρα είναι αποτέλεσμα μιας οικονομικής κρίσης εξ αιτίας κάποιας κακής πολιτικής διαχείρισης, ή κάποιου άλλου εξωγενούς παράγοντα (διεθνής κρίση), που θα μπορούσε σταδιακά να ξεπεραστεί με την εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών, χωρίς την εξ ολοκλήρου ανατροπή του πλαισίου εντός του οποίου εξελίσσεται αυτή η κρίση, ή αντίθετα αποτελεί μεθοδευμένη και μεθοδική προσπάθεια άλωσης του εθνικού χώρου, το βιβλίο απαντά κρίση. Αντί να επισημαίνει την μεθοδευμένη προσπάθεια διάρρηξης του κοινωνικού ιστού, κατάλυσης και των τελευταίων ψηγμάτων εθνικής κυριαρχίας, με στόχο τη συνολική ρευστοποίηση και τη μετατροπή του ελλαδικού χώρου σε μια υπό ξένη κυριότητα, νομή, κατοχή και εν τέλει ιδιοκτησία,ειδική οικονομική ζώνη υποσαχάριου τύπου, ο συγγραφέας έμμεσα αποφαίνεται, ότι είναι αποτέλεσμα κρίσης ένεκα καπιταλισμού και καθαρά ταξικής πολιτικής.

Μένοντας κυρίως στην οικονομική πλευρά του ζητήματος και στα ταξικά χαρακτηριστικά των επιλογών των αστικών δυνάμεων, δεν εμβαθύνει στο γεγονός, ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο τεκτονικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή. Ανακατατάξεων που απορρέουν από μια χωρίς προηγούμενο ιμπεριαλιστική επίθεση στην προσπάθεια των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης να επιβάλλουν οριστικά και αμετάκλητα την περίφημη Νέα Τάξη Πραγμάτων στον πλανήτη. Η Ελλάδα, ως ευρωπαϊκή χώρα μέλος της Ε.Ε. καθώς σταδιακά καθίσταται ολοένα και πιο αδύναμη οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και με εξωνημένο το πολιτικό της προσωπικό, απετέλεσε και αποτελεί προνομιακό χώρο άσκησης πειραματισμών ιμπεριαλιστικής επιβολής και επικυριαρχίας.

Η μονομερής αυτή «ταξική» προσέγγιση, που υποβαθμίζει τα παραπάνω -αν δεν τα αγνοεί πλήρως-, είναι εν πολλοίς σχετικά επιφανειακή και λανθασμένη. Οδηγεί τον συγγραφέα να περιγράφει τα συμβαίνοντα ως μια βαθιά κρίση και να μιλάει για τις πολιτικές ευθύνες των κομμάτων που κυβέρνησαν, ή κυβερνούν. Όχι ότι αυτές δεν υπάρχουν και είναι όντως τεράστιες. Δεν αφορούν μόνο στις συγκυρίες των τελευταίων ετών, δεν είναι μόνο πολιτικές και οπωσδήποτε δεν είναι αρκετές για να ερμηνεύσουν τα επισυμβαίνοντα.

Φτάνει να μιλάει για έλλειμμα πολιτικής βούλησης της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ταυτόχρονα, αγνοεί το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου, ότι δηλαδή η χώρα βρίσκεται υπό κατοχή, έστω κι αν αυτή επιβλήθηκε σταδιακά με οικονομικά μέσα. Ακόμα κι αν θεωρηθεί υπερβολική η άποψη, ότι αυτό που βιώνουμε δεν οφείλεται σε σχεδιασμένη επιβουλή έξωθεν με εγχώρια συνέργεια του εξωνημένου πολιτικού προσωπικού -που είναι!- και περιοριστούμε στην άποψη μόνο περί κρίσης και ύπαρξης απλά πολιτικών ευθυνών και κακοδιαχείρισης, η απολύτως υπαρκτή και αδιαμφισβήτητη συνέπειά της είναι η ξένη κατοχή!

Μια ξένη κατοχή που υλοποιούμενη στην πράξη, πέρασε από την παραίτηση οριστικά και αμετάκλητα κάθε ασυλίας προκύπτουσας από την κυριαρχία της χώρας με την υπογραφή και εφαρμογή του 1ουμνημονίου, στην εγκατάσταση ξένων επιτρόπων παντού στον κρατικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες. Με την καταπάτηση κάθε συνταγματικής διάταξης. Με την παραβίαση συστηματικά των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών. Για να συστηματοποιηθεί στη συνέχεια μέσω της «σκληρής» διαπραγμάτευσης στην αναβάθμιση της τρόικας σε «θεσμό», αναγνώρισής της επίσημα, δηλαδή, σε φορέα επικυριαρχίας και εξουσίας. Ενώ μέσω του 3ου μνημονίου να δεσμευτεί -με την ψήφιση από 223 βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου- κάθε κυβέρνηση, ότι δεν μπορεί να λαμβάνει την παραμικρή απόφαση στο εσωτερικό της χώρας, δίχως την προηγούμενη ενημέρωση και την έγκριση των δανειστών!

Περιοριζόμενος στην καταγγελία των πολιτικών ευθυνών και την αποσιώπηση της κατοχής, δίνει ουσιαστικά «συγχωροχάρτι» στους εγχώριους υπεύθυνους δωσίλογους και συνεργάτες των ξένων. Έτσι ενδεχομένως αφήνει περιθώρια για πολιτικές τερατογενέσεις καθεστωτικών «αναχωμάτων» διαιώνισης της κατοχής, στο όνομα μάλιστα μιας «αριστερής» ενότητας με εκείνους που -την κρίσιμη στιγμή- πρόδωσαν την πατρίδα, επιδεικνύοντας κατά τον συγγραφέα μόνον έλλειμμα πολιτικής βούλησης, ή είχαν διαφορετική εκτίμηση για τα πράγματα…..

Ενώ ομιλεί για φερέγγυα και φιλολαϊκή έξοδο από αυτό που θεωρεί «κρίση», αποσιωπά, ή θέλει να αγνοεί, ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει διαδικασία ουσιαστικής αλλαγής και απαλλαγής από το καθεστώς, χωρίς τη με σχέδιο οργάνωση εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Ενός αγώνα που προϋποθέτει τη μέγιστη δυνατή κινητοποίηση όλων των δυνάμεων, που δεν τις χαρακτηρίζει η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ευρωκρατίας και η εθελοδουλία προς αυτήν. Ενός αγώνα, που αφορά στην μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία πέρα από παρατάξεις, τεχνητούς διαχωρισμούς, ιδεολογικές προκαταλήψεις και όχι μονάχα στην «αριστερά». Μια «αριστερά», όμως, που επιμένει μονόπλευρα και μυωπικά, έστω κι αν σε κάποια τμήματά της καταλογίζεται από τον συγγραφέα «έλλειμμα πολιτικής βούλησης» και πολιτικές ευθύνες για τη ζώσα κατάσταση.

Φαίνεται όμως ότι η ιδεοληψία είναι το κύριο αίτιο αυτής της «αφυδάτωσης» από κάθε εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο του αγώνα για ανατροπή του καθεστώτος, που διαπερνά τις θέσεις της αριστεράς και κυριαρχεί επίσης στο υπό κρίση βιβλίο. Αφού, η τελική στόχευση -και κατά τον συγγραφέα- δεν είναι η απελευθέρωση της πατρίδας από τα νέο-ιμπεριαλιστικά δεσμά, ούτε η δημοκρατία για να μπορεί ο λαός να αποφασίζει ελευθέρα για το μέλλον του, αλλά -υποτίθεται- ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός και το εθνικό νόμισμα ως μια αφετηρία προς τούτο. Το κατά πόσο όμως αυτός ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός θα μπορούσε να γίνει εφικτός, αφήνοντας εκτός τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, είναι ένα ζήτημα που οφείλουν να απαντήσουν στον εαυτό τους πρώτα και κύρια οι ίδιοι που θέτουν τέτοιους στόχους, συγχέοντας -από την πλευρά τους- την τακτική με τη στρατηγική και όχι μόνο. Διότι η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία δεν βλέπει «αριστερά», ούτε αισθάνεται την ανάγκη για τέτοιους «μεγαλεπήβολους» στόχους, ούτε μπορεί κανείς να την «υποχρεώσει». Βιώνοντας όμως την τραγική πραγματικότητα, διαισθάνεται απόλυτα την ανάγκη της σε πατριωτική βάση ανάκτησης της κυριαρχίας του εθνικού της χώρου και αναζητά εναγωνίως λύσεις προς αυτήν την κατεύθυνση.

Λάθος, ή συνειδητή επιλογή η ένταξη και η παραμονή της Ελλάδας στην ΟΝΕ;

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας προσπαθεί να θεμελιώσει την άποψη ότι η ένταξή της χώρας μας στην ΟΝΕ ήταν μέγα λάθος, ενώ η παραμονή μας σε αυτήν ακόμα μεγαλύτερο.

Ουσιαστικά, ενώ γνωρίζει και το περιγράφει σχετικά, υποβαθμίζει το γεγονός, ότι όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά και την αλληλουχία τους, όλα αυτά τα χρόνια, η ένταξη στην ΟΝΕ της Ελλάδας πολύ περισσότερο από λάθος ήταν μια απόλυτα συνειδητή επιλογή των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων και σε πλήρη γνώση τους για το τι έμελλε να συμβεί. Μια πολιτική επιλογή, που λήφθηκε με μοναδικό γνώμονα την εξυπηρέτηση των συμφερόντων μιας μικρής παρασιτικής ολιγαρχικής ομάδας, που αντιλήφθηκε πολύ νωρίς -ήδη από τη δεκαετία του 1970-, ότι το να παραμείνει η χώρα μας μακριά από το διαμορφούμενο, τότε, ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, θα σήμαινε την απομάκρυνση από τους δυτικούς της προστάτες, συνεπώς το τέλος της δικής της επικυριαρχίας στο εσωτερικό της χώρας, προς όφελος των αναδυόμενων τότε -και αμέσως μετά την πτώση της χούντας- δημοκρατικών και πατριωτικών λαϊκών δυνάμεων.

Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, η άρχουσα τάξη αντέτεινε το δόγμα του «ανήκομεν εις την δύσην» του Κων/νου Καραμανλή του πρεσβύτερου, απόρροια της πιστής υπηρέτησης του οποίου, από το σύνολο των δυνάμεων του λεγόμενου «συνταγματικού» τόξου είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα, έχοντας οδηγήσει την πλειοψηφία της κοινωνίας στην ανέχεια και την υπό ξένη πλέον κατοχή χώρα σε καταστροφή. Σε αυτήν την ιδιόμορφη πολιτική «ομοιογένεια» του «ανήκομεν» ενσωματώθηκε πλήρως -και παρά τις περί του αντιθέτου ρητορείες- η αυτοαποκαλούμενη «αριστερά» είτε κοινοβουλευτική, είτε εξωκοινοβουλευτική..

Οι δύο «εναλλακτικές»

Ο συγγραφέας αντί να επικεντρωθεί σε αυτό το κρίσιμο για την πατρίδα και το λαό σημείο, της συνειδητής απ’ όλους επιλογής πρόσδεσής μας στη «δύση» με τα τραγικά σημερινά αποτελέσματα, προτιμά να αναλύσει τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της «αριστεράς». Κι αυτό το επιχειρεί με βάση την ιδεολογία και κάποια ακαθόριστα «αξιακά» φορτία -όπως αναφέρει- που διαφοροποιούν την «αριστερά» από τις υπόλοιπες ευρωσκεπτικιστικές -όπως τις αποκαλεί- δυνάμεις, που κι αυτές με τη σειρά τους, αμφισβητούν το μοντέλο του υπερεθνικού οικοδομήματος της ευρωπαϊκής ένωσης. Όμως με αυτόν τον τρόπο, ενδεχομένως χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται, ή να το επιδιώκει, δημιουργεί ένα χάσμα και τορπιλίζει οποιαδήποτε προοπτική μιας ευρύτερης συμμαχίας, ικανής να αναλάβει με επιτυχία την υπόθεση της ανατροπής του καθεστώτος κατοχής και της απελευθέρωσης μας από τα δεσμά της ευρωένωσης.

Βεβαίως είναι απολύτως κατανοητή η ανάγκη που αισθάνεται ο συγγραφέας να διαφοροποιηθεί ο ίδιος και ο πολιτικός χώρος (ΛΑ.Ε.), που σήμερα ανήκει, και να απεμπλέξει τις θέσεις του, που επιχειρεί με αυτό το βιβλίο να περιγράψει, από το μητρικό του χώρο, δηλαδή εκείνο του -υποτίθεται αριστερού- ΣΥΡΙΖΑ. Ενός ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος καταγγέλλεται πλέον πανταχόθεν, ως απόλυτα ταυτισμένη δύναμη με το καθεστώς της κατοχής στην πατρίδα μας. Μια ταύτιση όμως που ο συγγραφέας την αποδίδει σε «λαθεμένες» εκτιμήσεις και αντιλήψεις, που χαρακτηρίζουν εν πολλοίς τον «αριστερό ευρωπαϊσμό», ή ελλείμματος πολιτικής βούλησης και όχι ως συνειδητή επιλογή «στρατοπέδου», ήδη πολύ πριν από την εποχή που ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση και συνειδητής προδοσίας από την πλευρά του. Ενδεχομένως αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι τόσο ο ίδιος ο συγγραφέας, όσο και τα υπόλοιπα στελέχη της ΛΑ.Ε. -επιδεικνύοντας οι ίδιοι σοβαρό έλλειμμα πολιτικής βούλησης, ίσως για λόγους κομματικής πειθαρχίας- διευκόλυναν μέχρις τελευταίας στιγμής την πραξικοπηματική σε βάρος του λαού και της χώρας πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, με το γνωστό «στηρίζω, αλλά δεν ψηφίζω». Θεωρώντας τα πάντα εσωτερική υπόθεση της «αριστεράς» προέταξαν την ιδεολογία και το κόμμα πιο μπροστά από την πατρίδα και τα συμφέροντα του Έθνους και του λαού. Για να τον εγκαταλείψουν μόνον όταν μετά την υπερψήφιση του 3ου μνημονίου, με την προκήρυξη των εκλογών του Σεπτέμβρη του 2015, έγινε προφανέστατο, ότι θα έμεναν εκτός κοινοβουλευτικού νυμφώνος.

Στην ίδια φαίνεται λογική, κατά μια έννοια το βιβλίο «αθωώνει» τον ΣΥΡΙΖΑ θεωρώντας τον έμμεσα ως φορέα μιας διαφορετικής προσέγγισης από εκείνη του συγγραφέα, πάντα όμως «αριστερής» -ή περίπου- και σε αντιδιαστολή από τα «ευρωσκεπτικιστικά» δεξιά, ακροδεξιά, ή κεντρώα κόμματα -όπως αποκαλεί τις δυνάμεις που δεν ταυτίζονται ιδεολογικά μαζί του. Μια «αριστερά» που στοχεύει στην εκ των έσω ανατροπή και επαναθεμελίωση της ευρωένωσης με «όρους λαών και εργαζομένων», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Έτσι ερμηνεύεται η συστηματική άρνηση της «αριστεράς» για ζύμωση και διάλογο με βάση ουσιαστικά επιχειρήματα επί του πραγματικού, που σπάνια διαθέτει, ενώ αντίθετα επιδιώκεται η αντιπαράθεση μόνο με όρους ιδεολογίας και πολιτικής ένταξης.

Αναγνωρίζει έτσι ως τη βασική διαίρεση που διαχωρίζει την ελληνική κοινωνία μεταξύ «δεξιάς» και «αριστεράς», ή το πολύ μεταξύ «μνημονίου» και «αντιμνημόνιου» και όχι σε αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή μεταξύ του καθεστώτος κατοχής και των δυνάμεων που εκούσια ή ακούσια το υπηρετούν και από την άλλη πλευρά της μεγάλης πλειοψηφίας του χειμαζόμενου λαού που -έστω εμπειρικά- αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα ανατροπής του καθεστώτος αυτού με όρους πατριωτισμού και ψάχνει εκείνη την πολιτική δύναμη που θα τεθεί μπροστά για να τον οδηγήσει.

Έτσι, ο συγγραφέας οδηγείται στην περιγραφή της άποψής του, την οποία αποκαλεί «δεύτερη προσέγγιση» σε αντιδιαστολή της «πρώτης» δηλαδή εκείνης του ΣΥΡΙΖΑ. Μιας δεύτερης προσέγγισης, η οποία «χωρίς γενικά να αρνείται τη σημασία της πολιτικής διαπραγμάτευσηςόταν αυτή έχει περιεχόμενο, θέτει ως κεντρικό ζήτημα την αποδέσμευση από την ΟΝΕ, έναντι των εκβιαστικών πρακτικών της ευρωζώνης και της αποδοχής ενός «επώδυνου συμβιβασμού», αρθρώνοντας ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο μετάβασης στο εθνικό νόμισμα, κατάργησης της λιτότητας, βαθιάς διαγραφής του χρέους, και για δημόσιο έλεγχο των τραπεζών, παραγωγική ανασυγκρότηση και εν γένει μια εναλλακτική πολιτική προοδευτικής εξόδου από την κρίση».

Άρα λοιπόν -κατά τον συγγραφέα- το θέμα είναι υπόθεση μόνο της «αριστεράς» και μόνο μεταξύ δύο διαφορετικών εναλλακτικών προσεγγίσεων με όλα τα υπέρ και τα κατά κάθε μιας από αυτές. Στην ίδια όμως ζυγαριά!

Είναι χαρακτηριστική η χρήση της λέξης «εναλλακτική», αντί μιας άλλης δηλωτικής της βαθιάςαντίθεσης μεταξύ μιας ολοκληρωτικά αντιδραστικής πολιτικής προς όφελος μιας μικρής ολιγαρχίας και των ξένων εντολέων της, με μια πολιτική αγώνα για εθνική απελευθέρωση, που έχει ανάγκη σήμερα η πατρίδα.

Εξειδικεύοντας την δική του «εναλλακτική» αναφέρει συγκεκριμένα: «…η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα εξασφαλίζει την ανάκτηση του ελέγχου της νομισματικής, δημοσιονομικής, αναπτυξιακής, εισοδηματικής κτλ και της χαμένης εν πολλοίς εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας…». Πολύ σωστά και δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε, πολύ περισσότερο, αφού αναγνωρίζεται έστω κι έμμεσα ότι με την άλλη «εναλλακτική» που ακολουθείται έχει χαθεί η εθνική και η λαϊκή κυριαρχία, εργαλείο ανάκτησης της οποίας θεωρεί, ότι αποτελεί η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα. Πως όμως;

Ομιλεί για μορφή «υπέρβασης» αντί για ρήξη και ειλικρινά δεν γίνεται κατανοητό τι είδους ισορροπίες γίνεται προσπάθεια να κρατηθούν. Πολύ περισσότερο, όταν δεν αρνείται τη σημασία της πολιτικής διαπραγμάτευσης όταν αυτή έχει περιεχόμενο. Δεν μας λέει όμως πότε με ποιους και με ποιες προϋποθέσεις η πολιτική διαπραγμάτευση, που ειρήσθω εν παρόδω τη βιώνουμε επτά συναπτά χρόνια, θα έχει περιεχόμενο!

Αναφέρεται έστω και σε θεωρητικό ενδεχόμενο «συμπεφωνημένης» με τους «θεσμούς» μετάβασης, η οποία μάλιστα παρουσιάζει πλεονεκτήματα. Πέραν του γεγονότος ότι έτσι -έστω έμμεσα- αναγνωρίζει σε ξένα κέντρα θεσμικό ρόλο άσκησης εξουσίας στη χώρα, μήπως τελικά τέτοιου είδους αναφορές, έχουν να κάνουν, ότι μπορούν να γίνουν έστω προσωρινά αποδεκτές λύσεις τύπου Σόιμπλε, δηλαδή διπλού, ή εναλλακτικού νομίσματος, ή κάτι παρεμφερούς -έστω και πολύ στενάχωρα, αφού εν πολλοίς δεν φαίνεται να τις αποδέχεται;

Βεβαίως αμέσως μετά αναγνωρίζει ως πιο πιθανό η μετάβαση αυτή να γίνει μονομερώς ως επιλογή κυριάρχου κράτους και επιζητά «σχεδιασμένη προετοιμασία αποδέσμευσης» με βάση το δυσμενέστερο αυτό σενάριο!

Συνεπώς κατά τον συγγραφέα φαίνεται ότι η ρήξη με την ευρωένωση δεν είναι μια καίρια υπόθεση απελευθέρωσης, στην οποία πρέπει να επικεντρωθούμε, σχεδιάζοντας και εξασφαλίζοντας τους όρους επιτυχούς υλοποίησής της, αλλά το «δυσμενέστερο» σενάριο που θα το ακολουθήσουμε -αν υποχρεωθούμε- κατ’ ανάγκην. Κάτι σαν «plan B» δηλαδή!

Τι είδους εθνικό νόμισμα;

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται σ’ αυτή καθ’ αυτή τη διαδικασία μετάβασης και προσπαθεί να απαντήσει στα εύλογα ερωτηματικά που προκύπτουν.

Ωστόσο εξ αρχής διαφαίνεται ότι ο συγγραφέας έχει στο νου του ένα διαφορετικό μοντέλο εθνικού νομίσματος, απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Ομιλεί περί εθνικού νομίσματος και όχι περί εθνικού κρατικούνομίσματος.

Θέλει την Τράπεζα της Ελλάδος να λειτουργεί όπως παλιά την εποχή της δραχμής, ως «φορέας δανεισμού τελευταίας καταφυγής» του ελληνικού δημοσίου, το οποίο θα δανείζεται απ’ αυτή με ένα χαμηλό επιτόκιο.

Αυτό σημαίνει ότι ο συγγραφέας αδυνατεί να απεμπλακεί από τη λογική του δάνειου χρήματος. Έτσι το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Γιατί εάν με αγώνες ανατρέψουμε την κατοχή, θα πρέπει να ακολουθήσουμε παλαιού τύπου πολιτικές και αντιλήψεις περί νομίσματος; Γιατί το ελληνικό δημόσιο -με το μέσω ενός νέου δημοκρατικού Συντάγματος κατοχυρωμένο το ρόλο του- ως φορέας υλοποίησης της λαϊκής κυριαρχίας δεν μπορεί να εκδίδει το δικό του νόμισμα; Γιατί χρειάζεται ναδιαμεσολαβεί κάποιος τραπεζίτης έξω από αυτόν τον υποκείμενο σε κάθε κοινωνικό έλεγχο φορέα; Γιατί αυτός ο τραπεζίτης -έστω υποκείμενος σε δημόσιο έλεγχο- να το εκδίδει αφ΄ εαυτού του και κατόπιν να το δανείζει έστω και με χαμηλό επιτόκιο στο δημόσιο, προκειμένου αυτό να ακολουθεί τις πολιτικές που επιθυμεί;

Στο σημείο αυτό ο κ. Γ. Τόλιος αναφέρεται μόνο στην αλλαγή του ρόλου της Τράπεζας της Ελλάδος, που «θα γίνει πάλι όπως πριν μπούμε στο ευρώ», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Η υπεραπλούστευση αυτή, έστω κι αν γίνεται για να διαφανεί η διαφορά του ρόλου που θα κληθεί να παίξει τότε η Τράπεζα της Ελλάδος, αφήνει περιθώρια πολλών ερμηνειών. Υιοθετεί ο συγγραφέας την αναγκαιότητα κατάργησης των ιδρυτικών νόμων της Τράπεζας της Ελλάδος και την υπαγωγή της σε αποκλειστική ιδιοκτησία και έλεγχο του δημοσίου, όπως σε άλλα σημεία αναφέρεται στην εθνικοποίησή της, ή όχι; Τι εννοεί ακριβώς όταν αναφέρεται στην εθνικοποίηση της ΤτΕ εάν «θα γίνει πάλι όπως πριν μπούμε στο ευρώ»; Ωστόσο αυτές οι επαμφοτερίζουσες, αν όχι και αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις εντός του ιδίου κειμένου μόνο απορίες μπορούν να δημιουργούν και πάντως δεν αποσαφηνίζουν τα πράγματα.

Εάν όμως ισχύει το ότι επιθυμεί την Τράπεζα της Ελλάδας να γίνει όπως ήταν πριν μπούμε στο ευρώ, δημιουργείται μείζον θέμα. Διότι ακόμα κι αν πάψει η Τράπεζα της Ελλάδος να αποτελεί το «μακρύ» χέρι του κ. Ντράγκι στο εσωτερικό της χώρας, παραμένοντας ανεξάρτητος οργανισμός υπό ιδιωτική ιδιοκτησία και έλεγχο με το δημόσιο μόνο έναν από τους παράγοντες διαμόρφωσης των αποφάσεών της, όπως δηλαδή είναι σήμερα και δανείζοντας στο κράτος το χρήμα που αυτό χρειάζεται, τότε το τελευταίο θα δυσκολεύεται να εφαρμόζει τις αναγκαίες πολιτικές, αφού το ιδιωτικό «τραπεζικό» κριτήριο θα είναι αυτό που εν πολλοίς θα τις επηρεάζει, αν δεν θα τις καθορίζει απολύτως. Δηλαδή οι ίδιες ολιγαρχικές ομάδες που ασκούσαν τον έλεγχο πριν, αλλά και κατά τη διάρκεια ένταξής μας στην ΟΝΕ θα συνεχίσουν να έχουν και μετά την έξοδό μας από την ευρωζώνη τουλάχιστον ένα μεγάλο μερίδιο του ελέγχου και λήψης των αποφάσεων μακριά από κάθε λογική δημοκρατίας και από τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Μια τέτοια μετάβαση σε εθνικό νόμισμα θέλουμε; Φυσικά όχι, και θα θέλαμε πολύ να είμασταν σίγουροι, ότι ούτε ο συγγραφέας του βιβλίου το επιθυμεί, όπως φαίνεται από το συνολικό πνεύμα που διέπει το βιβλίο, αλλά αποφεύγει -γιατί άραγε;- να το διατυπώσει ευθέως, δημιουργώντας έτσι σύγχυση για τις πραγματικές του απόψεις κι επιδιώξεις, ή εάν γνωρίζει περί τίνος ακριβώς ομιλεί.

Για το λόγο αυτό, από την πλευρά μας μιλάμε εξ αρχής για εθνικό κρατικό νόμισμα και όχι για οποιοδήποτε εθνικό νόμισμα. Δηλαδή για ένα νόμισμα -τη νέα δραχμή, ή όπως αυτό ήθελε ονομαστεί- που το ελληνικό δημόσιο θα είναι ο αποκλειστικός εκδότης του, θα καθορίζει τους όρους και θα ελέγχει την κυκλοφορία του, με πλήρη κοινωνικό έλεγχο του συνόλου των διαδικασιών.

Ο τρόπος «αποδέσμευσης»

Στη συνέχεια ο συγγραφέας μας εκπλήσσει αναφερόμενος στο υποκεφάλαιο 2.2. και προσπαθώντας να απαντήσει στο κατά πόσο θα υπάρξουν δυσκολίες στην εκτύπωση του εθνικού νομίσματος.

Κατ’ αρχήν αναφέρεται στην «ακραία» -όπως την χαρακτηρίζει- περίπτωση άμεσης αποδέσμευσης από την ευρωζώνη. Αλήθεια τι σημαίνει ακραία περίπτωση; Ποια είναι η φυσιολογική και μη ακραία περίπτωση; Πως ακριβώς μπορεί να γίνει αυτή η αποδέσμευση, αν όχι μονομερώς, άμεσα και από την πρώτη στιγμή; Γιατί καλλιεργούνται φρούδες ελπίδες, ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να εξελιχθούν διαφορετικά, χωρίς ρήξη με τους δανειστές, αρκεί να υπάρξει ενδεχομένως «σκληρότερη» από την «σκληρή» διαπραγμάτευση του κ. Τσίπρα;

Είναι όμως αυτή η άρνηση της παραδοχής ότι η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς κατοχής και ξένης επιβουλής, που οδηγεί τη σκέψη του συγγραφέα σε αυτές τις ανεδαφικές διατυπώσεις, σε λογικούς ακροβατισμούς και τελικά σε πολιτικές προτάσεις που αν ακολουθηθούν θα οδηγήσουν σε νέα μεγαλύτερα αδιέξοδα από τα σημερινά.

Ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρεται σε χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την εκτύπωση των νέων χαρτονομισμάτων. Είναι δυνατό να προχωράμε σε προετοιμασίες έκδοσης νομίσματος, στις αντίστοιχες παραγγελίες και να παραμένουμε στην ευρωζώνη διαπραγματευόμενοι την έξοδό μας; Ή μήπως ολόκληρη αυτή η προετοιμασία μπορεί να κρατηθεί μυστική; Αλλά κι αν αυτό -σε κάποιο άλλο μακρινό πλανήτη- θα ήταν δυνατό, θα παραμέναμε στην ευρωένωση παίρνοντας και εφαρμόζοντας μνημονιακά μέτρα μέχρι να εκτυπωθούν τα νέα χαρτονομίσματα; Είμαστε σοβαροί;

Αλλά μας λέει και κάτι άλλο εξ ίσου τραγικό. Ότι σε αυτήν την «ακραία» περίπτωση της άμεσης αποδέσμευσης θα μπορούσε να υπάρξει «ηλεκτρονική σήμανση από την Τράπεζα της Ελλάδος των χαρτονομισμάτων του ευρώ σε καθορισμένη ισοτιμία». Αυτό βέβαια σημαίνει καταστροφή των χαρτονομισμάτων και ακύρωσή τους, αφού πουθενά εκτός Ελλάδος δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν!

Όμως από πουθενά δεν προκύπτει μια τέτοια ανάγκη παραχάραξης, ή ακύρωσης των σε κυκλοφορία χαρτονομισμάτων του ευρώ στο εσωτερικό της χώρας. Κάθε άλλο μάλιστα! Κάτι τέτοιο θα ήταν εγκληματικό!

Τέτοιου τύπου διατυπώσεις, αν δεν είναι ατυχείς, οφειλόμενες σε προχειρότητα της επιμέλειας του κειμένου, τότε -όσο κι αν είναι λυπηρή η διαπίστωση- αποδεικνύουν μεγάλη σύγχυση, αν όχι πλήρη άγνοια του αντικειμένου.

Η ακολουθητέα διαδικασία

Ανεξάρτητα το τι αναφέρεται στο βιβλίο που δημιουργεί συγχύσεις και προβληματισμούς, η ορθή διαδικασία αποδέσμευσης είναι μια, δίχως περιθώρια πολλών διαφοροποιήσεων:

1. Η αποχώρηση από την ευρωένωση για να είναι επιτυχής, δεν μπορεί παρά να εξαγγελθεί μαζί μετην κήρυξη του χρέους ως παράνομου και της οριστικής παύσης αποπληρωμής του. Όμως ο συγγραφέας αποφεύγει να δεσμευτεί και να καθορίσει το χρόνο κατά τον οποίο θα υπάρξει έναρξη της διαδικασίας «ρύθμισης» του χρέους.

2. Ταυτόχρονα με τα παραπάνω δεν μπορεί παρά να εξαγγελθεί μονομερώς και να ξεκινήσει η διαδικασία αποχώρησης από τη Ε.Ε. με τη χρήση του άρθρου 50 της συνθήκης της Λισαβώνας. Ο συγγραφέας εδώ παραπέμπει την έξοδο από την Ε.Ε. σε μεταγενέστερη απόφαση μέσω δημοψηφίσματος, εάν φυσικά το αποτέλεσμά του θα είναι ευνοϊκό προς αυτή την κατεύθυνση.

Δυστυχώς όμως, όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν παρά μόνο από την πρώτη ημέρα ανάληψης της διακυβέρνησης από την πατριωτική - δημοκρατική εξουσία που θα αναλάβει να φέρει σε πέρας το όλον εγχείρημα, προκειμένου αυτό να ολοκληρωθεί με επιτυχία. Η όποια προετοιμασία σε επίπεδο προσώπων και σχεδιασμών οφείλει να έχει ολοκληρωθεί από πριν. Δηλαδή από ΤΩΡΑ!!!

Πλανάται πλάνην οικτράν όποιος θεωρεί, ότι μια τέτοιου τύπου απελευθερωτική διαδικασία μπορεί να γίνει μέσω «βελούδινου» διαζυγίου με τους ευρωκράτες. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη λήψη και την άμεση υλοποίηση των αποφάσεων της ρήξης, θα στερεί χρόνο και δυνατότητες, ενώ θα παραχωρεί πλεονεκτήματα στην αντιπέρα όχθη να προετοιμάζει την αντεπίθεσή της.

Έτσι, το ΕΠΑΜ με αυτή τη λογική προχωρά και επεξεργάζεται το πρόγραμμά του. Το ίδιο πρέπει να πράξουν όλοι που μιλούν για αποδέσμευση από την ευρωένωση, διαφορετικά παραφιλολογούν για να περνάει η ώρα, δημιουργούν σύγχυση και φοβίες στον κόσμο, ρίχνοντας έτσι νερό στο μύλο της αντίδρασης, όσο κι αν αυτό γίνεται άθελά τους -εάν γίνεται άθελά τους!

3. Με δεδομένο, ότι από τη στιγμή που θα αποφασιστεί και θα εξαγγελθεί δημόσια η μετάβαση σε νέο εθνικό κρατικό νόμισμα θα χρειαστεί ένα χρονικό διάστημα από έξι έως το πολύ οκτώ μήνες, (δέκα αναφέρει ο συγγραφέας, αλλά αυτό δεν έχει σημασία και δεν αποτελεί σημείο διαφωνίας), οι συναλλαγές στο εσωτερικό της χώρας θα γίνονται κανονικά στο νόμισμα που χρησιμοποιούμε τώρα, δηλαδή το ευρώ και καμία αλλαγή ισοτιμίας δεν απαιτείται. Το ευρώ πέραν του κοινού του χαρακτήρα, αποτελεί προσώρας το εθνικό μας νόμισμα και κανείς δεν μπορεί να μας απαγορεύσει να το χρησιμοποιούμε. Οτιδήποτε άλλο λέγεται, ή ακούγεται, είναι ασύστολο ψεύδος με σκοπό την καλλιέργεια φόβου στον κόσμο. Το μόνο πράγμα που η ευρωένωση μπορεί να κάνει, είναι να κλείσει την στρόφιγγα της ρευστότητας από την ΕΚΤ. Και θα το κάνει άμεσα!

Κανένα πρόβλημα όμως δεν θα υπάρξει, εφ’ όσον είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε. Εμείς θα εξακολουθήσουμε να χρησιμοποιούμε τα χαρτονομίσματα του ευρώ που έχουμε στη διάθεσή μας, ενώ για την εφαρμογή των αναγκαίων πολιτικών, όπως τις έχουμε εξαγγείλει (αποκατάσταση μισθών, συντάξεων κτλ), θα δημιουργήσουμε εκ του μηδενός σε ηλεκτρονική μορφή χρήμα ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το δημιουργεί η ΕΚΤ. Ούτε αυτό κανείς δύναται να μας το απαγορεύσει, έχοντας ανακτήσει με πράξη κυριαρχίας το εκδοτικό δικαίωμα του νομίσματος από την πρώτη στιγμή.

4. Επειδή όλα τα ρευστά διαθέσιμα (δηλαδή τα κυκλοφορούντα χαρτονομίσματα έκδοσης ΕΚΤ και ευρισκόμενα στα θησαυροφυλάκια της Τράπεζας της Ελλάδος, των συστημικών τραπεζών και των μεγάλων δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων) θα δεσμευτούν και θα αποσυρθούν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως συναλλαγματικό απόθεμα, όλες οι συναλλαγές θα πραγματοποιούνται μέσω χρεωστικών και πιστωτικών καρτών άτοκα, καθώς και μέσω συναλλαγματικών, επιταγών κτλ., χωρίς κανένα περιορισμό, παρά μόνο την αδυναμία ανάληψης μετρητών από τις τράπεζες. Όποιος ιδιώτης διαθέτει μετρητά σε ευρώ εκτός τραπεζικού συστήματος θα μπορεί επίσης ελεύθερα να τα χρησιμοποιήσει στις συναλλαγές του. Είναι αλήθεια, ότι κι ο συγγραφέας εδώ προτείνει μια παρόμοια διαδικασία, πέραν βέβαια αυτής της περίεργης άποψης, που προαναφέρθηκε, περί «ηλεκτρονικής σήμανσης από την Τράπεζα της Ελλάδος των χαρτονομισμάτων του ευρώ σε καθορισμένη ισοτιμία», η οποία δεν έχει καμιά λογική εξήγηση.

5. Θα επιβληθούν αυστηροί έλεγχοι κεφαλαίου ακριβώς εκεί που αυτοί χρειάζονται, δηλαδή στο τι μπαίνει, ή βγαίνει από τη χώρα. Ταυτόχρονα με την κατάργηση των ιδρυτικών νόμων της Τράπεζας της Ελλάδας αυτή θα περιέλθει μαζί με όλα της τα περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό στον απόλυτο έλεγχο του δημοσίου. Οι συστημικές τράπεζες θα περιέλθουν άμεσα σε καθεστώς υποχρεωτικής εκκαθάρισης εν λειτουργία, με εγγύηση των καταθέσεων των πολιτών από το ίδιο το κράτος.

6. Άμεση εφαρμογή μέτρων ανάκτησης της εσωτερικής αγοράς και επιβολής προστατευτικών μέτρων της εγχώριας παραγωγής, καθώς και μιας σειράς άλλων συνοδών πολιτικών, που θα έλθουν να ενισχύσουν το όλο εγχείρημα και να το καταστήσουν αναπόδραστα επιτυχές. Όλα αυτά έχουν επανειλημμένως αναλυθεί και δεν είναι σκοπός αυτού του σημειώματος να τα επαναλάβει εδώ. Ωστόσο συμφωνούμε τελικά με τον συγγραφέα ότι «δεν υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες πρακτικού χαρακτήρα, στη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα».

Σε σχέση με την ισοτιμία του νέου νομίσματος και την πιθανολογούμενη από πολλούς υποτίμηση του

Στα επόμενα κεφάλαια ο συγγραφέας ασχολείται με την ισοτιμία του νέου νομίσματος, τους παράγοντες που την επηρεάζουν, καθώς και την προβλεπόμενη από πολλούς αναπόδραστη υποτίμησή του, που τείνει να γίνει πέραν από «αστικός» μύθος, βαθιά πεποίθηση που προκαλεί τρόμο, λόγω των αρνητικών συνεπειών που εν είδει προφητείας λέγεται ότι θα προκαλέσει.

Είναι αλήθεια ότι ο Γ. Τόλιος αποφεύγει την παγίδα να μιλήσει για άμεση υποτίμηση του νομίσματος, ωστόσο αφήνει να διαφανεί, ότι στην πορεία μπορεί να υπάρξει με την μορφή της «διολισθήσεως».

Παρακάτω όμως και αφού έχει αναγνωρίσει χλιαρά προηγουμένως ότι δεν είναι αναγκαία μια υποτίμηση του νέου νομίσματος, θέτει ξανά το θέμα και ορίζει ότι θα ήταν αρκετή μια υποτίμηση της τάξης του 10%. Τελικά δεν φαίνεται να έχει πειστεί ο ίδιος και «φλερτάρει» συστηματικά με την ιδέα της υποτίμησης. Το κατά πόσο αυτό ξεκαθαρίζει τα πράγματα ή δημιουργεί μεγαλύτερη σύγχυση στον κόσμο για το τι πρόκειται να συμβεί, το αφήνουμε στην κρίση του κάθε καλοπροαίρετου αναγνώστη.

Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ότι το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι που ασχολούνται με το θέμα, είναι ότι εκλαμβάνουν το ζήτημα της ισοτιμίας και της ενδεχόμενης υποτίμησης του νομίσματος, ωσάν αυτό να προϋπάρχει.

Όμως στην περίπτωσή μας θα πρόκειται για ένα εντελώς καινούργιο εθνικό νόμισμα, το οποίο δεν κυκλοφορεί στις διεθνείς χρηματαγορές, ούτε δεσμεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο είτε προς το εσωτερικό, είτε προς το εξωτερικό.

Αυτό σημαίνει, ότι η ισοτιμία του δεν μπορεί παρά να καθοριστεί διοικητικά από την εκδότρια του νομίσματος αρχή, δηλαδή το ελληνικό δημόσιο, λαμβάνοντας υπ’ όψη μια σειρά παράγοντες και παραμέτρους -τις οποίες ως ένα βαθμό κι ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει- που θα την καθορίσουν τη στιγμή ακριβώς της για πρώτη φορά κυκλοφορίας του νέου νομίσματος και που σήμερα είναι εν πολλοίς άγνωστοι. Όποιος ομιλεί από σήμερα για την ενδεχόμενη ισοτιμία του νέου νομίσματος, ειλικρινά, ή συνειδητά παραπληροφορεί, ή δεν γνωρίζει περί τίνος ομιλεί.

Έτσι, αυτό που έχει σημασία και οφείλουμε να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή είναι η αγοραστική δύναμη των μισθών, των συντάξεων και εν γένει των εισοδημάτων και η εξέλιξή της προς όφελος της εθνικής οικονομίας και όχι μια τυπική ισοτιμία με βάση ένα νόμισμα αναφοράς και το πως από εκεί και πέρα το νέο νόμισμα θα διακυμαίνεται. Έχει σημασία επίσης η εγγύηση της αξίας των -υπό τη μορφή καταθέσεων- αποταμιεύσεων των πολιτών και η σταδιακή αποκατάσταση των αξιών των περιουσιακών στοιχείων, είτε δημόσιου, είτε ιδιωτικού χαρακτήρα, που κατέρρευσαν εξ αιτίας του κατοχικού καθεστώτος. Και όλα αυτά έχουν να κάνουν κατ’ εξοχήν με πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες θα οδηγήσουν στις αντίστοιχες «τεχνικές» επιλογές.

Τούτου δοθέντος και με βάση το γεγονός, ότι το νέο νόμισμα δεν θα έχει εισαχθεί στις διεθνείς χρηματαγορές για να υποθέσουμε, ότι μπορεί να δεχθεί υποτιμητική κερδοσκοπία, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχούμε, ούτε να αλλάξουμε την ισοτιμία του νομίσματος. Διότι τους ενδεχόμενους λόγους που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σύντομα σε μια αλλαγή αυτής της ισοτιμίας θα πρέπει να τους έχουμε συνυπολογίσει στον αρχικό καθορισμό της. Κυρίως σε σχέση με τα νομίσματα των χωρών που τότε θα έχουμε επιλέξει ως «προνομιακούς» εμπορικούς μας εταίρους και προμηθευτές αναγκαίων αγαθών που δεν παράγονται στη χώρα μας, μέσα από ένα πλέγμα πολυδιάστατων διεθνών σχέσεων, που οφείλουμε να αναπτύξουμε από την πρώτη στιγμή και όχι μόνο για στενά οικονομικούς λόγους.

Σε αυτήν την πρώτη και κρίσιμη περίοδο ο κύριος στόχος μιας εθνικής οικονομικής πολιτικής δεν είναι τόσο η εξωστρέφεια της οικονομίας, δηλαδή οι εξαγωγές, ή ακόμη και ο τουρισμός. Αλλά αντίθετα, είναι η ανάκτηση της εσωτερικής αγοράς και η εξασφάλιση όσο το δυνατό φτηνότερων εισαγωγών. Διότι χρειαζόμαστε πέραν των ειδών πρώτης ανάγκης για την καθημερινότητα του πολίτη, που δεν παράγονται ακόμη εγχωρίως πχ τρόφιμα, φάρμακα κτλ., τις πρώτες ύλες, και τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό (εργαλεία, μηχανήματα κτλ), που θα είναι αναγκαία για την επιδιωκόμενη παραγωγική ανασυγκρότηση. Γι’ αυτό δεν έχει κανένα νόημα να συζητάμε για υποτίμηση και για επιδίωξη ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό μέσω της νομισματικής πολιτικής. Πέραν βεβαίως του γεγονότος που αναγνωρίζει και ο συγγραφέας, ότι η ανταγωνιστικότητα επιτυγχάνεται κατά κύριο λόγο από την αύξηση της παραγωγικότητας μιας οικονομίας.

Έτσι, ακόμα και η προσπάθεια να προσδιοριστεί μια αρχική ισοτιμία του νέου νομίσματος με το ευρώ σε 1:1 -την οποία προτείνει και ο συγγραφέας- για να έλθει μετά να ρυθμιστεί χαμηλότερα ανάλογα με την κατάσταση της οικονομίας και των αγορών, αποδεικνύεται άστοχη στο βαθμό που καθόλου δεν γνωρίζουμε σήμερα, την κατάσταση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και τη θέση του ευρώ σ’ αυτές, τότε. Διότι δεν γνωρίζουμε ακόμη κι αν θα υφίσταται καν ως νόμισμα το ευρώ, ή εάν και άλλες χώρες πριν, ή και μετά από εμάς θα έχουν ακολουθήσει το δρόμο της εξόδου από την ευρωζώνη. Τι συζητάμε λοιπόν, αν όχι μόνο υποθετικά;

Για το χρέος

Εντύπωση όμως προκαλεί, ότι ο συγγραφέας, ενώ σε κάποιο σημείο (κεφ. 3.1. σελ. 70-73) αναφέρεται στην καταγγελία του χρέους, την μη αναγνώρισή του και την ανάγκη μονομερούς διαγραφής του, σε όλο το υπόλοιπο κείμενο αυτό δεν προκύπτει ως σταθερή θέση. Αντίθετα, φαίνεται να αμφιβάλει γι’ αυτήν την αναγκαιότητα καταγγελίας του εξωτερικού δημόσιου χρέους ως παράνομου και ληστρικού, προϊόντος δολίων μεθοδεύσεων, εκβιασμών και απάτης σε βάρος του ελληνικού λαού και έτσι οριστικής παύσης αποπληρωμής του με βάση το διεθνές δίκαιο. Γι’ αυτό, αρκείται αρχικά να ομιλεί για την μετατροπή του χρέους στο νέο νόμισμα με την εφαρμογή της αρχής lex monetae! (σελ. 42 του βιβλίου)

Ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει, ότι ο καθορισμός της ισοτιμίας του νομίσματος συνδέεται με το ζήτημα της ρύθμισης του χρέους και των δαπανών εξυπηρέτησής του. Με συνέπεια εάν δεν επιτευχθεί«δραστική του μείωση», θα έχουμε ανάγκη νέου εξωτερικού δανεισμού και αντίστοιχες πιέσεις για υποτίμηση την οποία και δεν αποκλείει. Συνεπώς θέτει εν αμφιβόλω την αδήριτη αναγκαιότητα μονομερούς εξάλειψης ολόκληρου του παράνομου χρέους με τη μόνη δυνατότητα που υπάρχει σήμερα προς τούτο, δηλαδή με δικαιωματική πράξη κυριαρχίας του ελληνικού κράτους,στηριζόμενη πολιτικά, διπλωματικά και κυρίως νομικά στο διεθνές δίκαιο.

Και είναι λογικό, αφού φαίνεται, ότι η απαλλαγή από την παλιά «αριστερή» συριζαίικη λογική να στρογγυλοποιούνται όλα τα πράγματα και να αφήνονται όλες οι «πόρτες» ανοιχτές, αποδεικνύεται στην πράξη πολύ δύσκολη υπόθεση. Έτσι, σε αρκετά σημεία του βιβλίου γίνονται αναφορές για την ανάγκη «βαθιάς» διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Πόσες φορές αλήθεια το έχουμε διαβάσει και ακούσει αυτό; Βεβαίως στο εν λόγω βιβλίο γίνεται ένα βήμα παρακάτω και προσδιορίζεται, ότι αυτή η διαγραφή θα πρέπει να αφορά τουλάχιστον στο 80% του χρέους. Αλλά κι εδώ δεν αποφεύγεται η αναφορά για την εξόφληση του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης (σελ. 71), επαναλαμβάνοντας εν πολλοίς την παλιά ανεδαφική θέση του ΣΥΡΙΖΑ, που αν και δεν αναφέρεται ρητά, παραπέμπει ευθέως σε κάποιου είδους συμφωνία μέσω διαπραγμάτευσης με τους δανειστές. Από που όμως προκύπτει αυτό το ποσοστό; Γιατί το 80% και όχι το 70%,ή το 90%,ή όλο; Ο συγγραφέας δεν κάνει τον κόπο να μας το εξηγήσει!

Έτσι, ενώ σε άλλα σημεία του βιβλίου είναι αρκετά αναλυτικός -και όχι πάντα επιτυχώς- ως προς την ακολουθητέα διαδικασία για επί μέρους ζητήματα (ότι πχ η μετάβαση στο νέο νόμισμα θα γίνει ένα σαββατοκύριακο με τις τράπεζες κλειστές για μια εβδομάδα -γιατί άραγε;), στο καίριο ζήτημα του χρέους δεν κάνει τον κόπο να μας εξηγήσει το πως θα πραγματοποιηθεί αυτή η «βαθιά» διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του εξωτερικού χρέους, αφήνοντας αναπάντητα σειρά ερωτηματικών, δημιουργώντας επιπρόσθετες συγχύσεις.

Έτσι εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, εάν αυτό που πραγματικά προτείνεται είναι μια εκ νέου «σκληρή» διαπραγμάτευση με τους δανειστές με σκοπό τη συναινετική ρύθμιση του χρέους και απλά η θέση περί μονομερούς διαγραφής του, να αναφέρεται πιθανά ως ένα διαπραγματευτικό όπλο. Ενδεχομένως, σαν εκείνο το «περίστροφο» που θα έβαζε ο Γ. Παπανδρέου στο τραπέζι. Το πως θα γίνει αυτή η διαπραγμάτευση, όμως, και τι αιματηρά ανταλλάγματα θα κληθεί ο ελληνικός λαός να πληρώσει στο τέλος και σε αυτήν την περίπτωση, δεν μας το λέει. Θέτει λοιπόν ένα στόχο περί διαγραφής του 80% και ό,τι μετά ήθελε προκύψει από την ενδεχόμενη διαπραγμάτευση με τους δανειστές.

Αυτή είναι τελικά η πρόταση του κ. Τόλιου και της ΛΑ.Ε. για το χρέος; Εάν ναι, γιατί δεν μας το λένε καθαρά, να ξέρουμε τι μας περιμένει, εάν και εφ’ όσον βρεθούν σε θέση να μπορούν να εφαρμόσουν τις πολιτικές που θεωρούν σωστές και αριστερές και μας μιλάνε γενικά και αόριστα για την ανάγκη«βαθιάς» διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους; Για την ανάγκη συμφωνούμε όλοι, το πως είναι το ζήτημα!

Φαίνεται όμως, ότι η δραματική εμπειρία του PSI του 2012 και η «σκληρή» διαπραγμάτευση του κ. Τσίπρα δεν σήμανε και πολλά για την «αριστερά» του «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε»!
Έτσι ούτε καν προβληματίζεται για το πως και γιατί θα πετύχει μια τέτοια πολιτική εκεί που απέτυχαν παταγωδώς ο Βενιζέλος και ο Τσίπρας, ακολουθώντας παραπλήσιες, αν όχι ίδιες πολιτικές με την ενδεχομένως προτεινόμενη από τον συγγραφέα.

Εάν δεν είναι αυτή η πρότασή τους, τότε γιατί δεν μας περιγράφουν με σαφήνεια τι προτείνουν ακριβώς σε σχέση με το χρέος, για να μην τους αδικούμε;

Ωστόσο, το θέμα δεν εξαντλείται εδώ, αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας προχωράει σε ένα ακόμη μέγα ατόπημα. Συνδέει άμεσα τη διαγραφή του χρέους με τη διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων.

Όμως το καίριο αυτό ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου δεν μπορεί να μπαίνει σε καμιά τέτοιου είδους ζυγαριά και συμψηφισμούς.

Οι γερμανικές επανορθώσεις είναι κυρίαρχο αίτημα της πατρίδας μας έχοντας ηθική, πολιτική και οικονομική διάσταση, που θα εκκρεμεί και θα διεκδικείται μέχρι την ικανοποίησή του, ανεξάρτητα εάν η χώρα χρωστάει, ή ακόμα κι αν δεν είχε ούτε ένα ευρώ εξωτερικό χρέος!

Είναι δύο εντελώς διαφορετικά θέματα και η -ελαφρά τη καρδία- προσπάθεια συμψηφισμού τους αποτελεί ανοσιούργημα και μόνο ως πρόταση χυδαίας συναλλαγής μπορεί να εκληφθεί!

Αλλά πέραν των άλλων και την ηθική διάσταση που εμπεριέχεται στο θέμα των γερμανικών επανορθώσεων, μια τέτοια προσπάθεια συμψηφισμού και φτηνής συναλλαγής θα σημάνει την πλήρη αναγνώριση και νομιμοποίηση ηθικά και πολιτικά από την πλευρά μας, ολόκληρου αυτού του παράνομου και τοκογλυφικού χρέους το οποίο και ο ίδιος ο συγγραφέας ζητά τη «βαθιά» διαγραφή του, αναγνωρίζοντας -τουλάχιστον εν μέρει- τον παράνομο και επονείδιστο χαρακτήρα του.

Αντίθετα στο βιβλίο δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη για την ανάγκη διεκδίκησης νόμιμων αποζημιώσεων για τις καταστροφές που υπόκειται η εθνική οικονομία και τη γενοκτονία που υφίσταται η ελληνική κοινωνία από την εφαρμογή των απάνθρωπων μνημονίων από την Ε.Ε.και η αποτίμησή τους ανέρχεται μέχρι τώρα σε τουλάχιστον 1,5 τρις ευρώ και τα οποία μια δημοκρατική - πατριωτική διακυβέρνηση θα τα θέσει σε πρώτης προτεραιότητας διεκδίκηση!

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση

Στην προσπάθειά του ο συγγραφέας να περιγράψει αναλυτικά τις ενέργειες που απαιτούνται για την έξοδο από το ευρώ, δημιουργεί νέα ερωτηματικά με τις θέσεις που εκφράζει, όπως πχ ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα πρέπει να παραμείνει προσωρινά μέλος του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών. Αλήθεια για ποιο λόγο και πως μπορεί να γίνει αυτό, αν ο συγγραφέας δεν υπονοεί συνολικά μια συναινετική διαδικασία εξόδου, με τους δανειστές να υποβάλλουν τους δικούς τους όρους;

Στην ίδια λογική εξακολουθεί, να περιγράφει την ανάγκη ρυθμίσεων της αποπληρωμής υποχρεώσεων της ΤτΕ προς το ευρωσύστημα και τον μηχανισμό ELA, εκεί που -τουλάχιστον αρχικά- οφείλουμε να μην αναγνωρίσουμε καμία τέτοια υποχρέωση.

Διαφεύγει προφανώς από τη σκέψη του συντάκτη το γεγονός, ότι τέτοιου τύπου συναινέσεις με τους δανειστές δεν γίνονται και ότι εάν δεν είσαι αποφασισμένος να φτάσεις μέχρι τέλους με ολοκληρωμένο σχέδιο εξόδου και διατηρώντας πάντα την πρωτοβουλία των κινήσεων, τότε το πιθανότερο είναι να υποχωρήσεις άτακτα και να δεχτείς χειρότερα μνημόνια και ένα διπλό νομισματικό σύστημα που θα διαλύσει ό,τι θα έχει απομείνει από την κοινωνία και την οικονομία.

Ενδεχομένως όμως, η πρόταση αυτή έχει να κάνει με το γεγονός, ότι δεν προτείνει την ταυτόχρονη έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση -μολονότι ο ίδιος θα την ήθελε-, αλλά αντ’ αυτής προτείνει τη διενέργεια δημοψηφίσματος.

Στο σημείο αυτό όμως, πρέπει να σταθούμε με ιδιαίτερη προσοχή. Εάν πραγματικά έχει δίκιο -και έχει- ότι δεν είναι προς το συμφέρον τη χώρας και του ελληνικού λαού η παραμονή μας στη Ευρωπαϊκή Ένωση, συνεπώς πρέπει να αποχωρήσουμε, γιατί δεν το προτείνει καθαρά και να πείσει επιχειρηματολογώντας, αλλά αντίθετα παραπέμπει την απόφαση σε δημοψήφισμα μετακυλώντας την ευθύνη της κρίσιμης αυτής απόφασης για το Έθνος, στις πλάτες του ελληνικού λαού;

Πολιτική ηγεσία σημαίνει ρηξικέλευθες θέσεις, ρεαλιστικό σχέδιο υλοποίησης και ανάληψης της πλήρους ευθύνης. Οι «μεσοβέζικες» θέσεις, προκειμένου να τα έχουμε καλά με όλους και η μετακύλιση των ευθυνών, δεν βοηθάει και καθιστά το σύνολο της πρότασης εξαιρετικά αναξιόπιστη.

Πολύ περισσότερο πως είναι δυνατό να προκηρύξει μια ηγεσία δημοψήφισμα για ένα τόσο καίριο θέμα με ένα λαό ταλαιπωρημένο, απληροφόρητο στην πολύ κρίσιμη φάση της μετάβασης, όταν θεοί και δαίμονες θα συνωμοτούν για να την ανατρέψουν; Κι αν το αποτέλεσμα βγει αρνητικό για την έξοδο από την ΕΕ, τότε τι θα γίνει; Θα εγκαταλειφθεί η προσπάθεια στη μέση; Ή μήπως πιστεύει κάποιος στα σοβαρά, ότι μπορεί να ολοκληρωθεί η μετάβαση και να υπάρξουν τα επιθυμητά αποτελέσματα προς όφελος της χώρας και του λαού μας εντός του ευρωενωσιακού πλαισίου;

Εάν πάλι θεωρείται, ότι η έξοδος από την ευρωπαϊκή ένωση είναι μεν επιθυμητή από τον συγγραφέα και τον πολιτικό φορέα που ο ίδιος ανήκει, αλλά δεν είναι καθοριστικό στοιχείο, ούτε επηρεάζει την συνολική διαδικασία ριζικής αλλαγής προς όφελος της χώρας και του λαού και αρκεί η έξοδος από την ευρωζώνη, τότε γιατί αναφέρεται στην ευρωπαϊκή ένωση και στο δημοψήφισμα γι’ αυτήν και δεν περιορίζεται στην περιγραφή της μετάβασης στο εθνικό νόμισμα; Μόνο επειδή ο ίδιος το επιθυμεί, ή μήπως επειδή γνωρίζει πολύ καλά, ότι αυτή η έξοδος και από την ευρωπαϊκή ένωση είναι απολύτως αναγκαία συνθήκη για να προχωρήσουμε μπροστά, αλλά δεν αποτολμά -για ακόμα μια φορά- να πάρει σαφή θέση, κρατώντας περίεργες ισορροπίες, εσωκομματικές, ή άλλες; Τη στιγμή μάλιστα που οι καιροί απαιτούν καθαρή γλώσσα και ακόμα πιο ξεκάθαρες θέσεις.

Για τη «σεισάχθεια» του εσωτερικού ιδιωτικού χρέους

Σε άλλα σημεία του βιβλίου αναφέρεται για φιλοσοφία «σεισάχθειας» σχετικά με τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέος των Ελλήνων πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προς τράπεζες, κράτος και ασφαλιστικά ταμεία. Μένοντας κυρίως στα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών προσδιορίζει αυτές τις ρυθμίσεις στη λογική της «σεισάχθειας» σε μερική διαγραφή, σε ένα άλλο μέρος με διευκόλυνση αποπληρωμής μέσω ευνοϊκών ρυθμίσεων και τέλος για τα υπόλοιπα ζητά να εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις. Φαίνεται ότι ούτε ο συγγραφέας, ούτε ο πολιτικός φορέας που εκπροσωπεί, δεν έχουν ακόμη κατανοήσει τι πραγματικά συμβαίνει στην ελληνική κοινωνία, ούτε μπορούν να απαλλαγούν από τη καινοφανή λογική του πρώιμου κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ περί πατριωτικού καθήκοντος των Ελλήνων να πληρώνουν τους παράνομους φόρους που επιβλήθηκαν με τα μνημόνια, όπως ο ΕΝΦΙΑ.

Αρκείται σε ένα «πρέπει» να απαγορευτούν οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας, αλλά αρνείται να κάνει την παραμικρή αναφορά στην ανάγκη -που είναι και ζήτημα αποκατάστασης του κράτους δικαίου- ολοσχερούς διαγραφής των χρεών που προέκυψαν από τις καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών, ή από την επιβολή παράνομων μνημονιακών φόρων, ή της εξ ίσου παράνομης επιβολής προσαυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές. Ούτε φυσικά αναφέρεται στην αναγκαία επιστροφή περιουσιακών στοιχείων που χάθηκαν -και μέσω εκπλειστηρίασης- στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους.

Επίλογος

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμη και να εντοπίσουμε λάθη προσέγγισης, ή αρκετές αντιφάσεις και ανακολουθίες μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του κειμένου. Ωστόσο οι παραπάνω αναφορές αρκούν για να σχηματιστεί η σωστή εικόνα και να βγουν τα κατάλληλα συμπεράσματα.

Το βιβλίο αυτό παρά τις όποιες καλές προθέσεις, δεν επιτυγχάνει το στόχο του, στέκεται κατώτερο των περιστάσεων, δίδει, ή προσπαθεί να δώσει κάποιες απαντήσεις σε καίρια ζητήματα σχετικά με το εθνικό νόμισμα και την αναγκαιότητα καθιέρωσής του, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί πολλές συγχύσεις και δεν συμβάλει στην αποσαφήνιση θέσεων και προθέσεων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου