Θα υποδεχτεί ξανά η Αμερική τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο;
Γράφουν οι Sarah Pierce και Susan Fratzke
Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προήδρευσε του πιο περιοριστικού καθεστώτος μετανάστευσης και ασύλου στην σύγχρονη αμερικανική ιστορία. Σε μόλις τέσσερα χρόνια, η διοίκησή του παρέλυσε το σύστημα ασύλου και μείωσε δραστικά τον αριθμό των προσφύγων που υποδέχτηκε από το εξωτερικό. Το 2020, οι Ηνωμένες Πολιτείες χορήγησαν άσυλο περίπου στο ήμισυ του ποσοστού των αιτούντων από όσο στο τέλος της διοίκησης του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Επανεγκατέστησε επίσης λιγότερους από 12.000 πρόσφυγες το 2020 -μια μείωση κατά 85% από το τελευταίο έτος της θητείας του Ομπάμα.
Ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν άρχισε να ανατρέπει ορισμένες από τις περιοριστικές πολιτικές του Τραμπ και υποσχέθηκε να αντιστρέψει πολλές περισσότερες. Οι υποστηρικτές των μεταναστών και των προσφύγων, οι ηγέτες των επιχειρήσεων και άλλοι έχουν μεγάλες ελπίδες ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν θα διαλύσει απλώς την καταστροφική κληρονομιά του Τραμπ για τη μετανάστευση, αλλά θα προωθήσει σαρωτικές μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό των νότιων συνόρων.
Όμως, το να αναιρεθούν οι ζημιές των τελευταίων τεσσάρων ετών δεν θα είναι τόσο εύκολο όσο η υπογραφή μιας πλειάδας εκτελεστικών εντολών. Η διοίκηση του Τραμπ διέλυσε όλα τα συστήματα επανεγκατάστασης των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επανοικοδόμησή τους θα είναι μια Ηράκλεια υπόθεση -ακόμη περισσότερο εν μέσω μιας πανδημίας και της επακόλουθης οικονομικής κρίσης που θα έχει αφήσει πολλούς Αμερικανούς να αισθάνονται πολύ λιγότερο γενναιόδωροι απέναντι στις νέες αφίξεις.
Ο ΑΡΓΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ
Όσοι φεύγουν από την βία ή τις διώξεις μπορούν να αναζητήσουν καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω δύο μεγάλων οδών. Μπορούν να φτάσουν στο έδαφος των ΗΠΑ και να ζητήσουν άσυλο, ή μπορούν να εγγραφούν ως πρόσφυγες στα Ηνωμένα Έθνη και να ελπίζουν να επανεγκατασταθούν μέσω ενός ομοσπονδιακού προγράμματος που έχει φέρει 3,1 εκατομμύρια πρόσφυγες στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1980. Η κυβέρνηση Τραμπ έκανε σχεδόν τα πάντα που μπορούσε για να κλείσει και τις δύο οδούς, καθιστώντας πολύ πιο δύσκολο [για κάποιον] να ζητήσει άσυλο και μειώνοντας ριζικά τον αριθμό των προσφύγων που γίνονται δεκτοί κάθε χρόνο.
Η εχθρότητα του Τραμπ προς το άσυλο είναι εν μέρει μια φυσική συνέπεια της εμμονής του [2] με την ασφάλεια των συνόρων. Στην [προεκλογική] εκστρατεία του 2016, ο Τραμπ υποσχέθηκε να κλείσει τα νότια σύνορα. Μόλις ανέλαβε καθήκοντα, αγωνίστηκε να ελέγξει τις εισροές από την Κεντρική Αμερική και το Μεξικό. Πολλές από τις νέες αφίξεις δεν ήταν οικονομικοί μετανάστες που προσπαθούσαν να αποφύγουν τον εντοπισμό. Ήταν αιτούντες άσυλο -συχνά παιδιά που ταξίδευαν μόνα τους ή με τις οικογένειές τους- οι οποίοι αναζητούσαν ενεργά τους πράκτορες των συνοριακών περιπολιών των ΗΠΑ για να ζητήσουν καταφύγιο. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορούσαν να αποτραπούν από την ενισχυμένη ασφάλεια.
Μόλις βρίσκονταν μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτοί οι μετανάστες έμπαιναν σε ένα βαθιά ελαττωματικό σύστημα ασύλου. Συχνά, έπρεπε να περιμένουν για χρόνια τα εντόνως καθυστερημένα μεταναστευτικά δικαστήρια για να κρίνουν τις υποθέσεις τους˙ εκείνοι που είχαν έγκυρες αξιώσεις αφήνονταν σε μακρόχρονο κενό ενώ εκείνοι με κάτι λιγότερο από δικαιολογημένες αξιώσεις χρησιμοποιούσαν την καθυστέρηση ως προσωρινή άδεια παραμονής στην χώρα. Αργό και υπερφορτωμένο, αυτό το σύστημα δεν παρείχε ούτε ασφάλεια στους νομιμοποιημένους αιτούντες άσυλο ούτε ασφάλεια στα σύνορα των ΗΠΑ.
Διαβάστε την συνέχεια στο foreignaffairs

Δεν υπάρχουν σχόλια: