Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η αποσώστρα

 

Η αποσώστρα
Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

τ᾿ εχε βασιλέψ᾿ λιος. Κατεβαίναμε τ στεν καλδερίμι, τν κατήφορο. Ζερβ μεριά, στ κάτω σκαλοπάτι το παλιο σπιτιο το Γιάννου τ᾿ γιώτη (μι φορ τον το Γιάννου τ᾿ γιώτη, ταν μακαρίτης ζοσε κ᾿ μεθοσε κόμα· τώρα δν ξέρω πλι τίνος εναι, γιατ πέρασαν τόσα χρόνια!) καθέταν Μορισ τ Γιαλινάκι, μ τ ρόκα της, μ τ᾿ δράχτι της, μαζ μ δυ λλες, κι λεθε γλσσά της. Τν στιγμ πο περνοσα, κουσα ν πέσ μι παροιμία π᾿ τ στόμα της:

Τρες π᾿ σ᾿ χω, ντρα, κα τρες π᾿ μ᾿ χεις, ξι· κα τρες το παιδιο, ννιά…
*
* *
κενο τ δειλινό, εχε σπαργανίσει, καθς μαθον, μία νιόνυφη, γυναίκα το Κώστα το Μπουλτογιάννη. ξ φτ μνες εχαν περάσει π᾿ τ γάμο. θεια-Μορισ σχολίαζε, τώρα, κατ τν δικόν της τν τρόπο, τ φταμηνίτικο τ πρωιμάδι*, πο εχεν ρθει στν κόσμον ατόν.
λα τ συμβάντα το μικρο χωριο, τ σα γίνονταν, κα τ σα δν εχαν γίνει κόμα, τσι τ σχολίαζε. Δν φηνε καμμι κουβέντα, κανένα μανττο, κανένα «λακριντί»*, πο ν μν τ᾿ ποσώσ*. Μ᾿ ατά, κα μ τ ρόκα της, περνοσε τν ρα της, κ᾿ κανε ν περάσουν κα τν λλων γυναικν ο ρες. λλοις, τί θ γινότανε, σ᾿ ατν τν παλιόκοσμο;

«Το χτένισμα της εγγονής», Γεώργιος Ιακωβίδης

Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! σχωρεμένος, ντρας της, πέθανε, διαφόρετος*, κα τς φησε τρία παιδιά. γυιός της, μεγάλος, π τριάντα χρόνια τώρα, εχε πάρει μαρα πέλαγα. μορος* εχε γίνει, κα δν κούστηκε πλιά. λλος, μικρός, κουγόταν κόμα κάποτε· τον στν μέρικα χρόνια, τς γραφε πς θά ρθ, κα δν ρχότανε. Τν κόρη της, τν εχε καλοπαντρέψει, μ δν εχε τύχη ν ζήσ· πέθανε στ γέννα, κα τ παιδ ζησε ς πο ν᾿ ποχτήσ τ δικαίωμα πατεριασμένος* του ν κληρονομήσ τ προικιά, κ᾿ στερα, στος πέντε μνες ξαναπαντρεύτηκε· ατς τον μεγαλύτερος καημς τς θεια-Μορισίνας!
*
* *
Γι ν μαλακώσ᾿, ταλαίπωρη, τν πόνο της, καμε στν ρχ ν πέσ στ θεα κα σ γαθοεργίες. Θέλησε ν πάρ ψυχοκόριτσο ν᾿ ρφανό, πο κανες δν ξερε τν πατέρα του. πειδ μως τον πολ ράθυμη κα ταν θ θύμωνε, θ φώναζε τ κορίτσι «μπαστάρδικο!», γι ν μν κολάζ τν ψυχή της, καμε καλύτερα ν τ διώξ, στερ᾿ π τρες μέρες φο τ πρε στ σπίτι της.
Καμπόσες φορς εχε κάμει κόλλυβα κα λειτουργις γι τος πεθαμένους. στερ᾿ π᾿ λίγο, τ φερε διάολος ν μαλώσ μ τν να, πειτα μ τν λλον, παπ τς κκλησις· τότε κι ατή, γι ν μν τος τ χαραμίζ, κα κολάζ τν ψυχή της, παψε τς προσφορς κα τ μνημόσυνα.
Μόνο πήγαινε κόμα στν κκλησιά, κ᾿ κολλοσε κεράκια στος γίους. στερα, πειδ μέμφθηκε τν πίτροπο, πς κλεψε τάχα π᾿ τ παγκάρι, παψε ν᾿ γοράζ π᾿ τν κκλησιά, κ᾿ παιρνε π᾿ τν μπακάλη. πειτα, παπάς, πο δν τά χε κόμα καλ μαζί της, τς επε ν μ φέρν νοθεμένα κεριά, μόνε ν ψωνίζ π᾿ τ παγκάρι. Τότε κι ατ παψε ν κολλ κεριά.
στόσο, πήγαινε κόμα στν κκλησιά. στερα, πειδ βλεπε καμπόσες γυνακες, πο ατ τς εχε γι κλεφτρίνες κα γι «παστρικές», ν ρχωνται κοντ στ στασίδι πο κουμποσε, κα ν κάνουν μακριος σταυρος κα στρωτς μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, κα δν πατοσε πλι στν κκλησιά, γι καμπόσον καιρό.
*
* *
Τόσο κακότυχη πο μεινε, γι ν χ μι παρηγορι στ μονοτονία τς ζως της, ποφάσισε κα δεύτερη φορ ν πάρ να ψυχοπαίδι, πο ν εναι π μάννα κα πατέρα, γι ν μν τν βάζ πειρασμός, στ θυμό της πάνω, ν τ φωνάζ μπάσταρδο. Ηρε, λήθεια, να ρφανό, πο τον κι π μακριν γενιά της. Τ πρε, τ νάθρεψε, τ μεγάλωσε. Κενο βγκε πολ θεληματάρικο, παιτοσε πάντοτε «τ δικό του ν γέν». Ατ τον πολ ψίθυμη, κα δν καναν καλ χωρι ο δυό τους. Τέλος, τ παιδ μπαρκάρισε, «πρε τ μάτια του κ᾿ φυγε», κα τν δεύτερον χρόνο πνίγη μ᾿ να καΐκι πο ρμένιζε. Κα πάλι θεια-Μορισίνα πέμεινεν ρμη κα μοναχή.
*
* *
Κα τώρα γήραζε, κ᾿ διψοσε γι συντροφιά, μέσα στος τέσσερες τοίχους το σπιτιο της. Ατν τ φορά, τν ρμήνεψαν ν μν πάρ πατριωτάκι, μ ξένο, γι ν μ λάβ θάρρος μαζί της. πρ᾿ να κορίτσι π ξένα μέρη, π᾿ τ στερι τν ντικρινή, φτωχό, ρμο κα σκοτεινό. Τ νάστησε, τ πόνεσε, τ μεγάλωσε. Ατό, σν γινε δεκαπέντε χρόνων, γάπησ᾿ να νέον στ γειτονι κα μι βραδιά, τ Σαρακοστή, ταν ψυχομάννα της τον στν κκλησιά (γιατ εχε ξαναρχίσει, φυσικά, ν πηγαίν, πειδ δν πόφερνε ν τήνε λένε «ξεχωρισμένη» κι «λιβάνιστη») μπασε τν γαπητικ στ σπίτι, κ᾿ καμε ρρεβώνα μαζί του. « θ μ πάρς, θ χαθ».
ψυχομάννα λύσσαξε, σκύλιασε, π᾿ τ κακό της. Τς ρθεν, εθύς, ν τν πετάξ ξω, φο τν γδύσ, κα ν τν φήσ μ τ πουκάμισο. δ «τ ηρε σκορα». Ο δικολάβοι, πο δν λείπουν π κανένα μικρ χωριό, περασπίστηκαν τ νέα, κα τν συμβούλεψαν ν μν κουνηθ π τ σπίτι. θει τ Γιαλινάκι πγε σ᾿ να ξάδερφό της, πο τον κάπως μεγάλος κα τρανός, νώτερος πάλληλος το Κουβέρνου, κι ατς τν ρμήνεψε ν βάλ μαστόρους ν ξεσκεπάσουν τ σπίτι, γι ν τν φήσ ν πεθάν π᾿ τ κρύο, κι π᾿ τ λλο μέρος, ν το κάμ τ σπίτι πάνω του, οκονομικά*, καθς τ ξανάλεγε στερα θεια-Μορισίνα. ληθινά, χωρς ν τ καλοσυλλογιστ, μ βία, πγε κα το καμε τ γγραφο τ «οκονομικό», κ᾿ βαλε δύο μαστροχαλαστδες μισομεθυσμένους, να κοντόγιορτο, κι ρχισαν ν κατεβάζουν τ κεραμίδια…
Τότε, ξαφνα, τν πρε τ παράπονο, κόπηκε καρδιά της, κι ρχισε ν χύν τόσα δάκρυα π᾿ τ μάτια της, ς ν εχε μέσα της λάκερη στέρνα βουλωμένη, πο δν εχε δουλευτ ποτέ, κα τώρα μόνο ρχισε ν ξεχειλίζ. Λοιπόν, τ μετανόησε, τρεξε στν ξάδερφό της, κα τν παρακάλεσε ν τς χαλάσ τ γγραφο τ «οκονομικό». ξάδερφος, μως, δν φαίνεται ν εχε πολλ γρ μέσα του· ρνήθηκε, σκληρύνθηκε, κ᾿ επε πς τ σπίτι τον δικό του…
*
* *
φο εδε κι ποεδε, γρια-Μορισίνα, κα καμμι δουλειά, κανένα ργο, ,τι κι ν εχε καταπιαστ, δν τς βγκε σ καλ τέλος, στ στερνά της βάλθηκε κι ατ ν᾿ ποσών τς κουβέντες, τ μανττα, κα τς δουλεις τν λλωνν. Κ᾿ πέρναε τν καιρό της ν κρέν κα ν ξεστομίζ σχόλια γι κάθε τι. μεγαλύτερη δουλειά της τον ν λέ τραγουδάκια, ν βγάζ παραγκώμια γι τν καθένα.
μα βγαινε τ πουρν π᾿ τν κκλησιά, π τ στερν φορ πο εχε ξαναρχίσει ν πηγαίν, τ στρων᾿ κε στ σκαλοπατάκια, χι μακρι π᾿ τ σπίτι της, κ᾿ πιανε λακριντ μ τς γειτόνισσες. Τς καθημερινς κανε κα τ ρόκα της, δούλευε κ᾿ γλσσά της, σν ν καναν ζευγάρι τ δυό. Τς Κυριακές, πο βλεπε κα πλειότερον κόσμο (γιατ τ στεν κατηφορικ καλδερίμι τον πρτο σοκάκι κατ τ γιαλό, δίπλα στν πιάτσα) λεθε τ διπλ γλσσά της.
ν βλεπε κανένα μαραγκν το ταρσαν στολισμένον, μ γαλάζια γυαλιστερ βράκα, μ τ φέσι κατακόκκινο, κα μακρι φούντα, λεγε: «Κόρδα* κα φούντα, κα τ᾿ σπρα*, πο ν᾿ τα;»
ν περνοσε καμμι νιόνυφη, μ λόχρυσα κεντήματα κα ποδογύρια*, πο κορμοστασιά της δν τς φαίνεταν τόσο νόστιμη: «Τί τέμπλα*, τί νέμη*, θ π*; Κουρμαντέλα*, ν μν βασκαθ, τ κορμί της!…»
ν τον κοντ κα χωρς μέση: «Τί κουβάρι εν᾿ τοτο, μαθές; Πς δν τν ξεδίπλωσε μάννα της;…»
ν τον καμμι ψηλ κι γαρμπη: «Δ σς φαίνεται σ μανάλι μ τ λαμπάδα σπασμένη… πο τ πάει μπάρμπ᾿ ναγνώστης μπροστ π᾿ τν παπά, πο θ π τ “Σοφία, ρθοί”»;
ν βλεπε κανένα κορίτσι πολ μαυρειδερό: «Τν πάτησε στν μπογι ο ρούμ᾿ς» (παραγκώμι νς βαφι το τόπου).
ν περνοσε κανένα ψηλ ποκείμενο: «Νύχτωσε, κα δν πρόφτασε ν χτίσ λλο μισό. Χρειάζεται σκαλωσι ν βάλ ριφός» (παρατσούκλι το πρωτομάστορη, πο σκάρωνε τ καράβια).
Καμπόσων νθρώπων τ ζω κα τ πάθια, τά παιρνε «κουτουριάρικα»*, κα τά χε σχεδν μονοπώλιο, γρια-Μορισίνα. κείν᾿ παροιμία πο κούσαμε π᾿ τ στόμα της, «Τρες π᾿ σ᾿ χω», κτλ., τον μόνο συνέχεια χωρς τέλος. να χρόνο πρίν, ταν εχε γίνει ρρεβώνας, το διου τ᾿ ντρόγυνου, εχε πε: «Τ ρνια παντρεύουνται, κα τ στοιχει βλογιονται…»
*
* *
Μι βραδειά, πρ χρόνων, ταν εχε βγ περίπατο να ζευγάρι ρρεβωνιασμένων, πο ο μαννάδες κα τν δυ κάτι παλι ψεγάδια εχαν, φαίνεται, στν πόληψή τους, γρι ξαφνα εχε ξεφωνίσει:
Τί ταιριασμένο ντρόγυνο, ν σ᾿ π!
Σ τί εναι ταιριασμένο, θεια-Μορισώ; τν ρώτησαν.
Νά πλιά, π……ς γυιός, κα π……ς δυχατέρα, πήντησεν γερόντισσα.
*
* *
Μι χρονιά, εναι τώρα πολς καιρός, καινούργιος δήμαρχος πο εχε γίνει στ χωριό, θέλοντας ν νεωτερίσ, ξώδεψε λίγες χιλιάδες το Δήμου το φτωχο, γι ν κάμ λέει «ρτεσιαν φρέατα». στερ᾿ π᾿ λίγους μνες, τ ψευτοπήγαδα χάλασαν, κ᾿ γιναν χρηστα. θεια-Μορισίνα, πγ᾿ να βράδυ ν γεμίσ τ κανατάκι της, σ᾿ ν᾿ π᾿ ατά, κα δν ηρε νερ στάλα.
Παλαβώσανε κα τ φτιάσανε· παλαβώσανε κα τ χαλάσανε; επε.
Θαρρ πς ατ τον τ πόφθεγμά της τ τελευταο. στερ᾿ π᾿ λίγο, σχωρέθηκε.
(1905)


«Τα πρώτα βήματα», Γεώργιος Ιακωβίδης
Οι πίνακες είναι από εδώ: http://www.elniplex.com/

Πηγή: eranistis  μέσω    protagorasnews



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.