Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Αλήθεια, τι Γιορτάσαμε στη Ρώμη; Γράφει ο Οικονομολόγος Ph.D Σπύρος Στάλιας,


Η επίσημη ανακοίνωση για τα 60 χρόνια της ΕΕ που αναρτήθηκε στην σελίδα της ΕΕ γράφει μεταξύ άλλων:

‘Εξήντα χρόνια πριν, εδώ στη Ρώμη, τέθηκαν τα θεμέλια της σημερινής Ευρώπης, που ζει την μακροβιότερη περίοδο ειρήνης στην Ιστορία της. Η Συνθήκη της Ρώμης δημιούργησε μια κοινή αγορά ελεύθερης διακίνησης ανθρώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων και δημιούργησε τις συνθήκες  ευημερίας και σταθερότητας προς όφελος των Ευρωπαίων Πολιτών’.

Για την ιστορία, η Συνθήκη της Ρώμης, επισήμως γνωστή  ως η Συνθήκη Ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,,  υπογράφτηκε την  25η  Μάρτιου του 1957 και ετέθη σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 1958. Την είχαν αποδεχτεί, η τότε  Δυτική Γερμανία, το Βέλγιο, η Ιταλία, η Γαλλία και το Λουξεμβούργο. Πρωταρχικός στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα κοινό δασμολόγιο και να καθιερωθούν κοινές πολιτικές στις  μεταφορές και στην αγροτική πολιτική.  Σιγά σιγά  με τον χρόνο, άρχισαν στην ένωση να προσχωρούν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και σήμερα 29 χώρες  γιορτάζουν την Συνθήκη της Ρώμης, στη Ρώμη.

 Η Συνθήκη της Ρώμης αναθεωρήθηκε δραστικά δυο φορές, Την πρώτη με την Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, με την όποια αφαιρέθηκε από τον επίσημο τίτλο της ένωσης η λέξη ‘οικονομική‘, και η δεύτερη αναθεώρηση έγινε το 2009 με την Συνθήκη της Λισαβόνας η όποια φέρει τον επίσημο τίτλο ’Συνθήκη  Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης‘.

Εδώ εγείρεται η εύλογη απορία.

Αν σταθούμε στην Συνθήκη της Ρώμης και μετά στις Συνθήκες του Μάαστριχτ και της Λισσαβόνας κανείς ακριβώς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι ακριβώς γιορτάζουμε. 

Αποκλείεται να γιορτάζουμε την σημερινή Ευρώπη ως το  υλοποιημένο όνειρο των Πατέρων της Συνθήκης της Ρώμης. Μάλλον γιορτάζουμε  την ακύρωση του ονείρου των Πατέρων της Συνθήκης της Ρώμης  με βάση την Ευρώπη που ζούμε.

Μάλλον γιορτάζουμε την νίκη των Τραπεζιτών-Πατέρων των Συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισσαβόνας  κατά των  Πατέρων της Συνθήκης της Ρώμης.
Πιο συγκεκριμένα.

Η Συνθήκη της Ρώμης ήταν μια σαφής συνθήκη υπέρ  μιας ορισμένης συνεργασίας των Κρατών που συμμετείχαν, ενώ στα κράτη-μελή είχε ανατεθεί ο καθοριστικός ρόλος  στην επίτευξη της πλήρους απασχόλησης. Με άλλα λόγια η Συνθήκη της Ρώμης διέπετο από την κεϋνσιανή σχολή σκέψης.

Οι μεταγενέστερες Εκθέσεις, το 1970 του Werner και το 1977 του MacDougall, που αναφέρονται στην περαιτέρω διεύρυνση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διέπονταν ακριβώς από αυτό το πνεύμα. Οι Εκθέσεις ήσαν σαφείς για τα βήματα που θα έπρεπε να ακολουθήσει η Ένωση για μια πιο στενότερη  συνεργασία των μελών της. Έθεταν ως πρωταρχικούς όρους την δημιουργία οργάνου κοινής δημοσιονομικής πολιτικής και δημοκρατικού κοινοβουλίου, σαν θεμέλια, που πάνω τους θα οικοδομούντο οι επόμενες εκτελεστικές λειτουργίες της Ένωσης.

Αλλά τα πράγματα, ήδη από τα μέσα του 1970, άρχισαν να παίρνουν άλλη τροπή για το μέλλον της Ευρώπης.

Έντρομοι τότε οι πολιτικοί από την δεξιά μέχρι την αριστερά, με επικεφαλής τον Γάλλο Πρόεδρο Valéry Giscard dEstaing και αργότερα με τον Μιτεράν    διαπίστωναν ότι το κεϋνσιανό κράτος αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα να διατηρεί και να δημιουργεί τους όρους κερδοφόρας συσσώρευσης κεφαλαίου για τους καπιταλιστές από την μια, και από την άλλη να διατηρεί και να δημιουργεί όρους κοινωνικής αρμονίας μέσω της πλήρους απασχόλησης βρίσκεται σε αντίφαση. Αυτό συνεπάγεται εξαιρετικά υψηλές δαπάνες, τις οποίες το κράτος μπορεί να εξασφαλίσει μέσω μιας διαρκώς αυξανόμενης φορολογίας και δανεισμού, πράγμα που είναι αδύνατον, με αποτέλεσμα να προκύψει κρίση. Με άλλα λόγια οι πολιτικοί και διανοούμενοι εκείνης της εποχής διαπίστωναν ότι δεν μπορεί το κράτος να ικανοποιεί  αντιφατικούς στόχους  φορολογώντας  και δανειζόμενο διαρκώς.

Ξεπέρασαν έτσι  τις θέσεις των Μάρξ και Κέυνς, που ερμηνεύουν την ανάπτυξη  μέσω  επαρκών δαπανών για την στήριξη ικανοποιητικής δημιουργίας κεφαλαίου και παραγωγής.

Ταυτόχρονα την εποχή εκείνη, υπήρξε σταδιακά και η απελευθέρωση της διακίνησης των κεφαλαίων. Οι πολιτικοί τότε έβαλαν και αυτή την μεταβλητή στο μοντέλο τους, και κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι η δημοσιονομική αδυναμία του κράτους και η παγκοσμιοποίηση, αποτελούν εμπόδια για ένα εθνικό κράτος να δαπανά και να διατηρεί την πλήρη απασχόληση.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 σε όλη την Ευρώπη σταδιακά   η ανεργία  άρχισε να γίνεται όπλο της πολιτικής  για την διατήρηση της αξίας του νομίσματος και όχι ο πολιτικός στόχος της πλήρους απασχόλησης  όπως ήταν την εποχή από το 1945 έως το 1975.

Έτσι το Όραμα των Πατέρων της Ρώμης για μια Ευρώπη της πλήρους απασχόλησης και της στενής συνεργασίας των Λαών, μέσω του Ντελόρ και των τραπεζιτών, που συνέταξαν την Συνθήκη του Μάαστριχτ, και της Συνθήκης της Λισσαβόνας έγινε η Ευρώπη της Ζούγκλας της Ελεύθερης Αγοράς.

Με άλλα λόγια από το κεϋνσιανό υπόδειγμα, οδηγηθήκαμε στο νεοκλασικό υπόδειγμα του 19ου αιώνα, σύμφωνα με το οποίο, είναι αδύνατον να υπάρξει πλήρης απασχόληση και σταθερότητα τιμών. Προτιμότερη είναι η σταθερότητα των τιμών, με αποτέλεσμα αντί να ιδρυθεί και να λειτουργήσει ένα κοινό υπουργείο οικονομικών και ένα δυνατό ευρωπαϊκό κοινοβούλιο όπως οραματιζόταν η Συνθήκη της Ρώμης, βρεθηκαμε με το ουδετερο ευρω, και  να μας διοικεί η ΕΚΤ και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, που δεν εκλέγονται και ούτε απολογούνται πουθενά.  

Ο θεμέλιος λίθος της ΕΕ, μέσω του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας,  αποτελείται από τους ευέλικτους μισθούς, τις ελαστικές τιμές και το επιτόκιο. Και οι τρεις αυτές μεταβλητές συνιστούν ένα μηχανισμό αυτοσυντονιζόμενο, ο οποίος μακροχρονίως (χωρίς να λέει ποσό μεγάλο είναι αυτό το ’μακροχρονίως’) τείνει να δημιουργήσει όρους πλήρους απασχόλησης.

Το αφήγημα  της ΕΚΤ, της ΕΕ αλλά και του ΔΝΤ είναι ότι εφ όσον υπάρχει ανεργία, οι τρέχοντες μισθοί θα πρέπει να μειωθούν έτσι ώστε να αυξηθεί η ζήτηση από τις επιχειρήσεις για εργασία.  Με την σειρά του, το επιτόκιο και αυτό θα αυτορυθμιστεί σε αυτό το ύψος, που κάθε αποταμίευση αμέσως θα επενδύεται, και έτσι,   και μόνο έτσι, η απασχόληση πόρων και εργασίας θα επιτευχθεί. Δεν υπάρχει περίπτωση ακούσιας ανεργίας εκτός και αν υπάρξουν νόμοι που προστατεύουν τις αμοιβές, εργατικές ενώσεις, συνδικάτα, παρέμβαση του κράτους και άλλες τέτοιες ατέλειες.

Αν υπάρχει ανεργία, το κράτος πρέπει να αποσυρθεί και να αφήσει μόνη της την αγορά να ξεκαθαρίσει το τοπίο, και αυτή σίγουρα θα επιτελέσει αυτό το καθήκον. Το καλύτερο δε που έχει να κάνει το κράτος είναι να βοηθά την ελεύθερη αγορά να λειτουργεί ομαλά, με άλλα λόγια το κράτος να είναι το ελάχιστο δυνατό στη ζωή μας, και να μην αναμιγνύεται στο οικονομικό γίγνεσθαι και να νομοθετεί προθύμως ότι η ελεύθερη αγορά επιθυμεί. Νομίζω ότι κανείς νεοφιλελεύθερος δεν θα διαψεύσει αυτή την περιγραφή και επί τη ευκαιρία απορώ, πως είναι δυνατόν ο Πρωθυπουργός αυτά να μην τα γνωρίζει και να ρωτά τους Ευρωπαίους ηγέτες, με επιστολή του, αν τα ευρωπαϊκά εργασιακά κεκτημένα  ισχύουν, για να πάρει την βροντώδη απάντηση πως δεν ισχύουν.

Αυτή λοιπόν την άθλια πνευματική σύλληψη των τραπεζιτών  που υλοποιήθηκε πλήρως με το ευρώ, η δεξιά ελίτ των τραπεζιτών, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και τα υπαλληλάκια  τους οι πολιτικοί, που ως άλλοθι μας επιτρέπουν ακόμα να τους εκλέγουμε, μαζεύτηκαν στην Ρώμη για να  την γιορτάσουν, ερήμην φυσικά των Ευρωπαϊκών Λαών.

Γιόρτασαν την επιβεβλημένη  Λιτότητα που προστατεύει τον Πλούτο τους.

Είναι καιρός να ξεμπερδεύουμε με την Eευρωζώνη και με αυτή την ΕΕ. Ζούμε ήδη τον ένατο χρόνο λιτότητας και καταστροφής. Μην κάνουμε την αποχώρηση μας από την Ευρωζώνη 25η Μαρτίου, δηλαδή να γιορτάζουμε την αποχώρηση μας μετά από 400 χρόνια ευρώ και γερμανοκρατίας.

*Ο Σπύρος Στάλιας είναι οικονομολόγος Ph.D και επικεφαλής του Τομέα Οικονομίας του ΕΠΑΜ


spyridonstalias@hotmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου