Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Ο Ξενοφώντας, ο λόγος των Θηβαίων και τα αδιέξοδα της ισχύος


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Οι Θηβαίοι, όταν πια ήταν βέβαιο ότι θα συγκρουστούν με τους Λακεδαιμονίους, έστειλαν πρέσβεις στην Αθήνα επιδιώκοντας τη στρατιωτική τους συνδρομή. Φυσικά, το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο. Το παρελθόν ήταν ακόμη νωπό και η στάση των Θηβαίων κάθε άλλο παρά ενέπνεε εμπιστοσύνη.

Οι πρέσβεις δεν είχαν άλλη επιλογή απ’ το να ξεκινήσουν απολογητικά: «Όταν μας κατηγορείτε, Αθηναίοι, ότι στο τέλος του πολέμου προτείναμε σκληρά μέτρα εναντίον σας, άδικα μας κατηγορείτε: δεν ήταν η πόλη μας που έδωσε εκείνη την ψήφο, αλλά ένας μόνο άνθρωπος που έτυχε τότε να μας αντιπροσωπεύει στο συνέδριο των συμμάχων». (3,5,8).

Με δυο λόγια, επρόκειτο για παρεξήγηση. Δεν ήταν οι Θηβαίοι που πρότειναν τα «σκληρά μέτρα», αλλά ο ένας και μοναδικός εκπρόσωπός «που έτυχε» να τους αντιπροσωπεύει «στο συνέδριο των συμμάχων». (Κι όταν λέμε «σκληρά μέτρα» εννοούμε την ολοκληρωτική εξόντωση της Αθήνας, που οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες απέρριψαν). Οι Θηβαίοι είναι το θύμα μιας κακής εκπροσώπησης, η οποία κινήθηκε αυθαίρετα – χωρίς ωστόσο να τιμωρήθηκε και ποτέ γι’ αυτό. Το επιχείρημα της απόλυτης ευθύνης του εκπροσώπου είναι αδύνατο να πείσει και γι’ αυτό δεν έχει καμία συνέχεια στο λόγο τους.

Οι πρέσβεις στρέφονται σ’ ενέργειες ευνοϊκές προς την Αθήνα: «Όταν άλλωστε μας ζήτησαν οι Λακεδαιμόνιοι να βαδίσουμε κατά του Πειραιά, η πόλη ψήφισε ομόφωνα να μη μετάσχουμε στην εκστρατεία». (3,5,8).

Το ότι δεν είχαν πλέον κανένα συμφέρον να το κάνουν αυτό δε χρειάζεται να αναφερθεί. Αυτό που χρειάζεται είναι να γίνει σαφές ότι οι Αθηναίοι όχι μόνο πρέπει, αλλά έχουν ηθική υποχρέωση να βοηθήσουν, αφού οι Θήβα εξαιτίας τους βρίσκεται σε κίνδυνο: «Επειδή λοιπόν είστε μια από τις κύριες αφορμές της οργής των Λακεδαιμονίων εναντίον μας, δίκαιο είναι – νομίζουμε – να βοηθήσετε την πόλη μας». (3,5,8). Η αντιστροφή έχει ήδη επιτευχθεί. Οι Αθηναίοι όχι μόνο δεν αδικήθηκαν, αλλά έχουν και χρέος. Τουλάχιστον αυτό ορίζει το «δίκαιο».

Κι επειδή το επιχείρημα της μη συμμετοχής των Θηβαίων στην εκστρατεία εναντίον των δημοκρατικών μπορεί να δυσαρεστήσει την ολιγαρχική μερίδα, οι πρέσβεις νιώθουν την ανάγκη να συμπληρώσουν: «Πολύ περισσότερο έχουμε την απαίτηση να ξεσηκωθούν πρόθυμα να χτυπήσουν τους Λακεδαιμονίους όσοι από σας ανήκαν στην ολιγαρχική παράταξη: Οι Λακεδαιμόνιοι είναι που, αφού πρώτα σας εγκαθίδρυσαν ολιγαρχικό καθεστώς και σας έκαναν μισητούς στους δημοκράτες, ήρθαν κατόπιν με πολύ στρατό – τάχα σαν σύμμαχοι – και σας παρέδωσαν στο λαό, έτσι που αν εξαρτιόταν απ’ αυτούς η τύχη σας ήσασταν χαμένοι – άλλο αν τούτος δω ο λαός σάς έσωσε». (3,5,9).

Κι ενώ οι ίδιοι ήταν θετικό που δεν εκστράτευσαν εναντίον των δημοκρατικών, σαν να μην άφησαν τους ολιγαρχικούς εκτεθειμένους με αυτόν τον τρόπο, οι Σπαρτιάτες φέρθηκαν ανέντιμα επειδή τους «παρέδωσαν στο λαό». Το γιατί οι Σπαρτιάτες «έκαναν μισητούς» τους Τριάντα τυράννους κι όχι οι ίδιοι με τις πρακτικές που ακολούθησαν δεν αιτιολογείται. Την ευθύνη των εγκλημάτων και του διχασμού θα την αναλάβει και πάλι οι Σπάρτη, αφού αυτό που προέχει είναι η ενότητα της Αθήνας, που πρέπει τώρα σύσσωμη να δώσει ένα καλό μάθημα σ’ αυτούς που προσπάθησαν να την καταστρέψουν.

Ο λόγος των Θηβαίων, μέχρι στιγμής, δεν ανταποκρίνεται ούτε στα ιστορικά γεγονότα που προηγήθηκαν ούτε στη διπλωματική διαδρομή των πόλεων ως εκείνη τη στιγμή ούτε στην πολιτική ευθύνη των ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πολύ δύσκολο – αν όχι αδύνατο – να πετύχουν αυτό που ζητούν. Γι’ αυτό περνάνε αμέσως στο κυρίως θέμα: «Το ξέρουμε βέβαια όλοι, Αθηναίοι, ότι θα θέλατε ν’ αποκτήσετε ξανά την παλιά σας ηγεμονία». (3,5,10).

Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν επιχειρήματα, αυτό που μένει είναι η υπόσχεση, δηλαδή η ελπίδα. Και οι Θηβαίοι ξέρουν ακριβώς πού πρέπει να χτυπήσουν. Και ξέρουν, επίσης, ότι πρέπει να το κάνουν να φανεί εφικτό: «Το ότι εξουσιάζουν πολλούς δεν πρέπει να σας φοβίζει, αλλά ίσα ίσα να σας δίνει θάρρος: σκεφτείτε ότι τον καιρό που και σεις εξουσιάζατε πολλούς, είχατε και τους περισσότερους εχθρούς – που έκρυβαν το μίσος τους για σας όσο δεν είχαν σε ποιον να προσχωρήσουν, και που μόλις μπήκαν επικεφαλής οι Λακεδαιμόνιοι έδειξαν τ’ αληθινά τους αισθήματα απέναντί σας. Και τώρα λοιπόν, αν φανεί ότι εσείς κι εμείς συνασπιζόμαστε εναντίον των Λακεδαιμονίων, να το ξέρετε καλά ότι θα παρουσιαστούν πολλοί που τους μισούν». (3,5,10-11).



Κι επειδή αυτά είναι λόγια του αέρα, οι Θηβαίοι θα περάσουν και σε χειροπιαστά δεδομένα: «Οι Ηλείοι, που έχασαν τόσα εδάφη και πόλεις, προστέθηκαν τώρα στους εχθρούς τους. Και τι να πούμε για τους Κορινθίους, για τους Αρκάδες, για τους Αχαιούς; Στον πόλεμο εναντίον σας οι Λακεδαιμόνιοι τους έπεισαν, με χίλια παρακάλια, να πάρουν μέρος σ’ όλους τους μόχθους και τους κινδύνους και τις δαπάνες. Ύστερα, όταν οι Λακεδαιμόνιοι πέτυχαν το σκοπό τους, μήπως μοιράστηκαν μαζί τους εδάφη, τιμές ή χρήματα; Αντί γι’ αυτό, βρίσκουν πρεπούμενο να διορίζουν είλωτες για αρμοστές – και μόλις τους ευνόησε η τύχη επέβαλαν στους συμμάχους, που ήταν πριν ελεύθεροι, τη δεσποτεία τους. Αλλά είναι φανερό ότι ξεγέλασαν κι όσους παρακίνησαν ν’ αποστατήσουν από σας, αφού αντί για ελευθερία τους έκαναν δυο φορές δούλους – τους τυραννούν κι οι αρμοστές, κι οι Δεκαρχίες που διόρισε ο Λύσανδρος σε κάθε πόλη. Όσο για το Βασιλέα της Ασίας, που τόσο πολύ τους βοήθησε να σας νικήσουν, μήπως τον μεταχειρίζονται διαφορετικά παρά αν είχε πολεμήσει μαζί σας εναντίον τους;» (3,5,12-13).

 Ο πειρασμός για τους Αθηναίους είναι πολύ μεγάλος και η παρουσίαση της πραγματικότητας εξόχως ρεαλιστική. Είναι αλήθεια ότι οι σύμμαχοι δυσφορούσαν ανοιχτά με τη συμπεριφορά των Σπαρτιατών. Σχεδόν όλοι οι Πελοποννήσιοι ήταν δυσαρεστημένοι σε βαθμό που, αν δε συμμετείχαν ανοιχτά εναντίον της Σπάρτης, τουλάχιστον θα έμεναν ουδέτεροι, ώστε να μην εμποδίσουν την κατάρρευσή της. Οι Ηλείοι είχαν ήδη δείξει ανοιχτά τις προθέσεις τους. Η νέα συμμαχία, που πάει να δημιουργηθεί, είναι πολύ πιθανό να κυριαρχήσει, ιδίως αν καταφέρει μια περσική χρηματοδότηση, πράγμα όχι και τόσο απίθανο στην παρούσα στιγμή. (Μην ξεχνάμε ότι κι αυτές οι ενέργειες έχουν υποκινηθεί από τις δωροδοκίες του Τιθραύστη). Η Σπάρτη φαίνεται να έχει μπει για τα καλά στη θέση της Αθήνας.

Παρακολουθούμε την επανάληψη της ιστορίας με αντεστραμμένους όρους. Η Σπάρτη επιβάλλει αρμοστές, ασκεί επεκτατισμό στην Ασία και είναι πρόθυμη να βάλει στη θέση του οποιονδήποτε αυθαδιάσει στον ελλαδικό χώρο. Οι Πέρσες είναι και πάλι στο προσκήνιο έτοιμοι να παίξουν ακριβώς τον ίδιο ρόλο που είχαν παίξει και προηγουμένως. Η ισχύς είναι καταδικασμένη να επεκτείνεται και να δημιουργεί εχθρούς – όπως πρέπει να ελέγχει και τις συμμαχικές πόλεις με αρμοστές και Δεκαρχίες. Τώρα είναι η σειρά της Αθήνας να απελευθερώσει τις πόλεις από την κυριαρχία των Λακεδαιμονίων, ενώ εκείνοι απελευθερώνουν άλλες πόλεις από τους Πέρσες.

Οι Θηβαίοι πάντως είναι πρόθυμοι να υποσχεθούν τα πάντα: «Γιατί όταν είχατε την ηγεμονία είναι γνωστό πως προστάζατε μονάχα τους θαλασσινούς, ενώ τώρα θα προστάζετε όλους – κι εμάς, και τους Πελοποννησίους, κι όσους εξουσιάζατε άλλοτε, και τον ίδιο τον Βασιλέα που ‘χει τη μεγαλύτερη δύναμη απ’ όλους». (3,5,14). Το δέλεαρ της κυριαρχίας αποδεικνύεται τόσο ισχυρό, που οι Αθηναίοι  ανταποκρίνονται στους Θηβαίους, αν και ξέρουν την παντελή αφερεγγυότητά τους – το παρελθόν δεν είναι και τόσο μακρινό.

Οι Αθηναίοι τρέφουν ακόμη τη χίμαιρα της εξουσίας και μάλιστα ονειρεύονται ισχύ πολύ ανώτερη από εκείνη που είχαν. Κι ακριβώς επειδή θα είναι ανώτερη, θα είναι και ακατάρριπτη. Από αυτή την άποψη ο πελοποννησιακός πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ. Οι ίδιες πόλεις εναλλάσσουν ρόλους και συμμαχίες διεκδικώντας τη δυνατότητα να επιβληθούν πάνω στους άλλους. Ο αρχαίος κόσμος βρίσκεται σε διαρκή αναστάτωση, χωρίς να μπορεί να εξασφαλίσει τις ισορροπίες. (Ο μελλοντικός κόσμος δε θα είναι πολύ διαφορετικός). Η δύναμη της ισχύος θα αποδειχθεί καταλύτης όλων των εξελίξεων, είτε από την πλευρά αυτού που την διεκδικεί είτε από την πλευρά αυτού που την έχει και δε θέλει να τη χάσει.

Σε κάθε περίπτωση η κατάληξη είναι ο πόλεμος. Οι ανίσχυροι πρέπει να διαλέξουν στρατόπεδο. Και πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί, γιατί οφείλουν να διαλέξουν το σωστό. Θα πάνε με τους δημοκρατικούς Αθηναίους με την ηγεμονία και τη φορολόγηση ή με τους ολιγαρχικούς Σπαρτιάτες με τους αρμοστές και τις Δεκαρχίες; Είτε έτσι είτε αλλιώς η πολιτική σκηνή θα είναι ελεγχόμενη. Η ψευδαίσθηση της δημοκρατίας φαίνεται προτιμότερη από την επιβολή του ξένου επιτηρητή. Κρατάει τα πλήθη πιο ήσυχα.

Ο άνθρωπος δεν έχει λύσει το πρόβλημα της συνύπαρξης. Τα παθήματά του μέσα στην ιστορία δε δείχνουν να τον συγκινούν. Η συνύπαρξη νοείται μόνο υπό τον όρο της προσωπικής ανωτερότητας. Η μάχη για την ισχύ, ως μάχη για την εξουσία, καταδεικνύει ότι πρώτα θα εξασφαλιστεί η δυνατότητα να διατάζει κάποιος και μετά θα γίνει συζήτηση.

Ο Θουκυδίδης το αποδίδει αυτό στη φύση του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον εθισμό που διαμορφώνει τους ανθρώπους, χωρίς βέβαια να απορρίπτει τη φύση. Όπως και να ‘χει, το στοίχημα του ανθρώπου να συνυπάρξει παραμένει ανοιχτό. Το δόλωμα της επικράτησης φαίνεται ανίκητο: «… πολύ πιο εύκολο είναι να πολεμηθούν οι επεκτατικές φιλοδοξίες των Λακεδαιμονίων απ’ ό,τι η δική σας αλλοτινή αυτοκρατορία: εσείς είχατε ναυτικό κι εξουσιάζατε άλλους που δεν είχαν, ενώ τούτοι, λίγοι καθώς είναι, έχουν την αξίωση να εξουσιάζουν πολλούς που δεν είναι χειρότερα εξοπλισμένοι από τους ίδιους». (3,5,15).

Το ζήτημα δεν αφορά ποτέ τη δική μας πτώση, αλλά το πόσο εύκολο είναι να πέσει ο άλλος. Κι αφού πέσει, ποιος άλλος θα αναλάβει ξανά αν όχι εμείς; Στην ψηφοφορία που ακολούθησε «… όλοι ψήφισαν να τους βοηθήσουν». (3,5,16).

Μονάχα ο Θρασύβουλος πρόβαλε κάποιες αντιρρήσεις, κι αυτές μετά την ψηφοφορία: «Ο Θρασύβουλος τους ανακοίνωσε το ψήφισμα σαν απόκριση στο αίτημά τους, με την πρόσθετη παρατήρηση ότι μ’ όλο που ο Πειραιάς ήταν ανοχύρωτος, οι Αθηναίοι θα ριψοκινδύνευαν για να προσφέρουν στους Θηβαίους υπηρεσία μεγαλύτερη από κείνη που τους είχαν προσφέρει αυτοί: “Γιατί εσείς”, είπε, “αρκεστήκατε να μην πάρετε μέρος στην εκστρατεία εναντίον μας, ενώ εμείς θα πολεμήσουμε στο πλευρό σας εναντίον τους, αν σας επιτεθούν”». (3,5,16).

Ξενοφώντος: «Ελληνικά», βιβλίο τρίτο, μετάφραση Ρόδης Ρούφος, εκδόσεις «Ωκεανίδα», τόμος πρώτος, Αθήνα 2000.

ΠΗΓΗ:protagorasnews


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου