Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

...κι ο λύκος φόρεσε τα ρούχα της γιαγιάς και χώθηκε στο κρεββάτι



ένα παραμύθι για μεγάλους
(απαραίτητη η γονική συναίνεση)

...Η σκούφια της γιαγιάς ήταν άσπρη και πάνω είχε γραμμένη μια λέξη με κόκκινη κλωστή. Ο λύκος την πήρε στα χέρια του, την κοίταξε από δω, την κοίταξε από κει, αναγνώριζε το Α δύο φορές, μια στην αρχή και μια στο τέλος. Φόρεσε στα γρήγορα τη σκούφια. Προσπάθησε να χώσει μέσα τα λυκίσια αυτιά του, αλλά δεν τα κατάφερνε, όλο και πετάγονταν έξω.

            Πεινούσε ακόμα. Τη γριά την είχε κάνει μια μπουκιά, ήταν μόνο το ορεκτικό του. Σιτεμένη, αφυδατωμένη, τι διάολο έκανε τόσα χρόνια ζωντανό αυτό το απολίθωμα του 19ου αιώνα ; Χάρη λοιπόν της έκανε που την τελείωσε με μιας αντί να την αφήσει να αργοπεθαίνει.

            Και τώρα τα γυαλιά. Πού να του καθίσουν στη μύτη, πολύ μικρά, είδε κι έπαθε, στο τέλος τα κατάφερε, αλλά έπρεπε να αλληθωρίζει για να βλέπει μέσα από τους φακούς. Ήταν διατεθειμένος για όλα, όμως φτάνει να μπορούσε να δει τα πράγματα μέσα από τους φακούς της καλοσυνάτης γριούλας. Γύρισε το κεφάλι του πάνω και κάτω, δεξιά κι αριστερά, όλα του φαίνονταν πολύ πιο κοντινά και πιο οικεία, α! τώρα μάλιστα, αυτό ήταν μια πραγματική αλλαγή οπτικής γωνίας. Ξανακοίταξε τη σκούφια. Με τα γυαλιά αναγνώριζε τώρα κι άλλα γράμματα εκτός από το Α. Να το Ρ δύο φορές κι αυτό, το Ι, το Σ, το Τ, το Ε… Ψέλλισε : Α-Ρ-Ι-Σ-Τ-Ε-Ρ-Α.
            Έκανε μια τελευταία στροφή μπροστά στον καθρέφτη. Πάνω στο νυχτικό ήταν γραμμένες κι άλλες λέξεις, πολλές, η μια δίπλα στην άλλη και μπρος και πίσω, όμως δεν είχε πάει σχολείο και δυσκολευότανε. Μα, και να ήξερε να διαβάζει, τί θα καταλάβαινε ; Χαμένος κόπος. Αυτό που είχε σημασία ήταν η μεταμφίεση. Και ήταν σχεδόν τέλεια. Τα ανθρωπίσια ρούχα του έπεφταν κουτί. Μια αποτρίχωση ήθελε και κανείς δε θα πίστευε ποτέ ότι είχε να κάνει με λύκο. Τώρα δεν προλάβαινε όμως. Η μικρή δε θα αργούσε. Χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα και περίμενε. Η πόρτα χτύπησε.
            -Ναι, σπρώξε και μπες παιδί μου, δεν μπορώ. Είπε με βραχνή φωνή. Μόνο η σκούφια φαινόταν κάτω από το πάπλωμα κι ούτε αυτή ολόκληρη.
            -Γιαγιάκα, σου έφερα να φας κεφτεδάκια, είπε το κορίτσι. Είσαι αλήθεια τόσο άρρωστη ;
            -Άστα να πάνε, χάλια είμαι, ακούστηκε η ίδια φωνή, αλλά θα συνέρθω πού θα πάει, με τη δική σου βοήθεια, μικρούλα μου θα ξανασταθώ στα πόδια μου και τότε, οι καλές μέρες θα ξαναρθούνε...
            -Χα, ναι, το ξέρω, μου το έχεις ξαναπεί ! Έλα τώρα, έβγα λίγο να σε δω !
Σιγά, διστακτικά, ξεπροβάλει μέσα από τα σκεπάσματα ένα χέρι.
            -Αχ, το χέρι σου γιαγιά ! Το χεράκι σου γιαγιούλα μου, τι έπαθε το χεράκι σου κι είναι έτσι μαύρο και τριχωτό ; λέει με τρεμάμενη φωνή.
            -Α, δεν είναι τίποτα παιδί μου, να, τα καυσαέρια, τα μεταλλαγμένα, τα φυτοφάρμακα, οι ορμόνες… μη φοβάσαι, ακούγεται η ίδια τραχιά φωνή κάτω από τα σκεπάσματα.
            -Αχ γιαγιά μου, έχεις δίκιο, εσύ πάντα το έλεγες : αν ο σοσιαλισμός δεν αλλάξει τον κόσμο, όλοι μας θα βγάλουμε μαύρες τρίχες και θα γίνουμε σαν λύκοι…
            -Ναι, βέβαια, παιδί μου και ξέρεις τι κακοί που είναι οι λύκοι, πα, πα, πα, ούτε να τους πιάνεις στο στόμα σου… έλα εδώ κοντά μου, εγώ θα σε προστατέψω, μαζί θα τους διώξουμε, θα φτιάξουμε έναν κόσμο χωρίς λύκους.
            Το κορίτσι αναστενάζει, σαν για να πάρει θάρρος, προσπαθεί να χαμογελάσει και προσθέτει :     -...Ναι, γιαγιάκα μου, λοιπόν, αναγνωρίζω τα λόγια σου, αν και η φωνή σου είναι λίγο παράξενη… ξέρω πως είσαι εσύ, και δεν φοβάμαι... Να για δες, πλησίασα. Έβγα να σε δω λιγάκι !
            Η σκούφια κουνιέται, το δεύτερο τριχωτό χέρι εμφανίζεται, κι ύστερα σιγά σιγά η μουσούδα. Το πρόσωπο της κοκκινοσκουφίτσας συσπάται, τα μάτια της ανοίγουν διάπλατα και πισωπατάει.
            -Γιαγιάκα, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά ; Λέει με τα μάτια της γουρλωμένα.
            -Μα για να ακούω καλύτερα τα παράπονα των μικρών κι αδύναμων σαν κι εσένα, καλό μου…
            -...και τόσο μεγάλα μάτια ; τραυλίζει.
            -Μα για να βλέπω καλύτερα πώς να υπερασπιστώ τα μικρά κι ασυνόδευτα παιδάκια σαν κι εσένα, χρυσό μου…
            -...και τόσο μεγάλη μύτη ;
            -Μα για να μυρίζω τους λύκους και να τους ξεχωρίζω από τους ανθρώπους, μικρό μου.
Τα μάτια της μικρής βουρκώνουν. Τελικά καταφέρνει να ψελλίσει :
            -Γιαγιά μου… είσαι πραγματικά εσύ ;
            -Ναι παιδί μου, εγώ είμαι. Να, έλα κοντά μου, θα παίξουμε ένα παιχνίδι εσύ θα διαβάζεις τι γράφει πάνω το νυχτικό μου, να δω αν ξέρεις ανάγνωση, κι εγώ θα τρώω ένα ένα τα… κεφτεδάκια που μου έφερες. Και λέγοντας το τελευταίο, δεν κρατιέται, ανοίγει διάπλατα το στόμα και ξεπροβάλλουν τα μυτερά τεράστια δόντια.
            Το κορίτσι πισωπατάει ακόμα κι άλλο, σκοντάφτει πάνω στο τραπεζάκι, το καλάθι της φεύγει από τα χέρια, διαγράφει ένα κύκλο στον αέρα, πέφτει κάτω και τα κεφτεδάκια σκορπίζονται στο πάτωμα.
            Μια φοβερή γκριμάτσα χαράζεται στο παράξενο εκείνο μαυριδερό πρόσωπο της « γιαγιάς ».
            -Γκρρρ ! έλα λοιπόν, σαν καλό κορίτσι, διάβασέ μου επί τέλους τι γράφει πάνω αυτό το νυχτικό !
            Η Κοκκινοσκουφίτσα έχει παραλύσει. Μήπως ονειρεύεται ; Είναι αλήθεια ότι πίσω από τα γυαλιά, κάτω από τη σκούφια και μέσα από τον νυχτικό έχει αντικαταστήσει τη γιαγιά ένα άλλο πλάσμα ; Μα πώς θα μπορούσε ένας ξένος να έχει μπει στο σπιτάκι ; Ποιος του άνοιξε την πόρτα ; Ποιος τον έφερε ως εκεί ;
            Η « γιαγιά » πετιέται από τα σκεπάσματα και τρέχει πάνω στο κορίτσι.
            - « Διάβαζε σου λέω ! »
Η Κοκκινοσκουφίτσα τρέμει από το φόβο της, ζαρώνει, κλαίει, δεν καταλαβαίνει τι γίνεται, νιώθει όμως πως αυτό ήταν, πάει, τέλειωσε, κλείνει τα μάτια και φωνάζει, ουρλιάζει :
            -« Θα σου πω, θα σου πω τι γράφει το νυχτικό, μόνο μη με πλησιάζεις ! ». Τα ήξερε απ'έξω, τα είχε διαβάσει τόσες φορές με τη γιαγιά, σαν πέτρες βγαίνουν τώρα από το στόμα της εκείνες οι φράσεις : « για έναν κόσμο χωρίς λύκους ! », « όλοι είμαστε καλοί ! », « είμαι η ελπίδα του μικρού και του αδύναμου ! »… Χάνει τα λόγια της, δε θυμάται πια τίποτα παρά σκόρπιες λέξεις « gauche », « left », « sinistra », « όλοι είμαστε αδέρφια ! »… νιώθει τη ζεστή ανάσα του θηρίου στο σβέρκο της, μια φωνή που δεν είναι πια ανθρώπινη, της ψιθυρίζει :
            -« Μπράβο, μπράβο, παίρνεις άριστα στην ανάγνωση… Δεν είσαι όμως καλό κορίτσι αφού πέταξες τα κεφτεδάκια στο πάτωμα... έλα τώρα να σε φάω, αυτή θα είναι η τιμωρία σου γκρρρρ !!! ».
            Τώρα είναι βέβαιη, αυτή δεν μπορεί να είναι η γιαγιά της.
            Να φύγει ; Μα πώς ; Ούτε ν'ανοίξει τα μάτια της δεν μπορεί. Πώς να αντικρύσει μπροστά της το θηρίο ; Προτιμά να μην ξέρει, να μην δει, να ξεχάσει τα μεγάλα αυτιά, τα τριχωτά χέρια, την μυτάρα, τα πελώρια μάτια, προτιμά να φυλάξει την εικόνα της καλής γιαγιάς στη μνήμη της, στη μικρή, μικρότατη μνήμη της που θα σβήσει και θα χαθεί για πάντα σε λίγα δευτερόλεπτα... Γυρίζει, κολλάει με το πρόσωπο και την κοιλιά στον τοίχο. Νιώθει τα νύχια να της ξεσκίζουν την πλάτη της και τις κοφτερές μασέλες να τρυπούν και να κριτσανίζουν τα πλευρά της.
            Σαν όνειρο έρχονται οι τελευταίες εικόνες από τον περίπατό της στο δάσος, ξανακούει τα ίδια της τα λόγια : « είσαι σβέλτος και δυνατός, φαίνεσαι καλός, κι αφού γνωρίζεις τόσο καλά το δάσος, είσαι καλύτερος από το σκύλο μας, θα μπορείς να με προστατεύεις, έλα μαζί μου », είχε κάνει λάθος ;
           
Λίγο αργότερα, η πόρτα του μικρού σπιτιού τρίζει, ανοίγει. Το κατώφλι δρασκελίζει ένα ζώο με ανθρώπινα ρούχα. Στο άσπρο νυχτικό, τα κεντημένα με κόκκινη κλωστή γράμματα δεν φαίνονται πια καθαρά, χάνονται μέσα στους μπορντώ λεκέδες του φρέσκου αίματος. Το ζώο δεν παίρνει το δρόμο του δάσους αλλά τον άλλον, προς την πόλη. Ξαφνικά σηκώνεται στα δυο του πόδια, κάνει ένα, δύο, τρία βήματα, πέφτει, ξανασηκώνεται ξανά και ξανά ώσπου στο τέλος τα καταφέρνει.
Γλείφει τα μουστάκια του κι όλο λέει και ξαναλέει :
            -… « για έναν κόσμο χωρίς λύκους », « όλοι είμαστε καλοί », « είμαι η ελπίδα του μικρού και του αδύναμου ». Και τώρα, βουρ για μια αποτρίχωση !

Χρυσαλλίδα
Αθήνα 24-12-2016

==========

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου