Είσαι σίγουρη πως μιλάς για ανθρώπους;


Παρατηρήσεις μιας καθημερινότητας όλο και πιο παράλογης.

Γράφει η Χρυσαλλίδα

Και οι μικροί συνεχίζουν να πηγαινοέρχονται στο σχολείο και οι μεγάλοι να περνούνε βιαστικοί στον εμπορικό δρόμο αυτής της πόλης, που είναι σαν τον εμπορικό δρόμο μιας οποιασδήποτε άλλης, αφού τα μαγαζιά της Νίκαιας είναι πια πανομοιότυπα με κείνα του Μονπελιέ, της Ντιζόν, της Λυόν, της Λισσαβόνας, της Στοκχόλμης ή του κέντρου της Αθήνας: H&M, C&A, Etam, Calzedonia, και άλλα τόσα ονόματα οικεία στον καταναλωτή που ταξιδεύει με πτήσεις low cost και ξέρει ότι μπορεί να βρει ακριβώς την ίδια κάλτσα σε όλα τα σημεία της ενωμένης τούτης Ευρώπης. Ουφ, τι ανακούφηση! Πες το ντε να μη στεναχωριέμαι που την έχασα!

Πεζόδρομος, με ή χωρίς τραμ, δεξιά κι αριστερά βιτρίνες, Starbucks και Mc Donalds.

Να σου κάτι πόστερ γιγαντιαίων διαστάσεων, μήπως περάσεις και δεν τα δεις, όπου φιγουράρει κάποιο νεαρό πρόσωπο ή ημίγυμνο σώμα και γράφει από κάτω: «μαύρη ορχιδέα » ή « να το μυστικό μου ». Και μού 'ρχονται τώρα τα λόγια της γιαγιάς μου: «τι' ν' τούτο ; » αμούστακος νεαρός με μπούκλες ή έφηβη με αντρικό κούρεμα; Πιο κάτω νά σου κι ένα άλλο, ακόμα μεγαλύτερο, με δύο μαζί ή τρεις --άντρες ή γυναίκες;-- που κοιτάνε το φακό σαν αποχαυνωμένοι αμνοί «λατρεύουμε τα βαμβακερά σλιπάκια». Μάτια γαλάζια ή γκριζοπράσινα και μισάνοιχτα χείλη αποτυπωμένα στο χαρτί, σε κοιτάνε, ναι, εσένα περαστικέ διαβάτη, σου την έχουν στημένη εκεί στο στενό του κάθετου μικρού δρόμου που στρίβεις, εσένα λέω που δεν έχεις χρόνο για χάσιμο, μιλάς και στο τηλέφωνο καθώς περπατάς, με καλώδια στα αυτιά και μια οθόνη μπροστά στα μάτια, ε, ρίχνε και καμιά λοξή στον δρόμο που και που, μην πέσεις και σε κανένα ντουβάρι.

Άραγε πόσες φορές την μέρα χαιδεύει το απλανές μάτι σου, έστω για κλάσματα δευτερολέπτου, αυτές τις ερμαφρόδητες μορφές των πόστερ, μοντέρνα μνημεία μιας μόνο σαιζόν, να σου ψυθηρίζουν κρυφά στο αυτί «να η ομορφιά», ή «γίνε σαν κι εμένα» ή «δοκίμασε και με άντρες και με γυναίκες»… Πιθανώς το ιδανικό πλάσμα του προσεχούς μέλλοντος να είναι ερμαφρόδητο και μη ικανό προς αυθόρμητη αναπαραγωγή. Ανοιχτό προς κάθε είδους σεξουαλικές φιλίες και παιχνίδια, η αναπαραγωγή του θα είναι ζήτημα που δεν θα αφορά το ίδιο αλλά τα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνίας που θα του δίνουν την άδεια να καταφύγει σε κάποιο εργαστήριο ή θα του λένε «λυπόμαστε αλλά δεν χρειάζονται άλλοι κάτοικοι σε αυτή την γειτονιά, το πενταετές πρόγραμμα δεν το έχει προβλέψει» ή «αν θέλετε αναπαραγωγή θα πρέπει να επιβαρυνθείτε με έξοδα και να αλλάξετε και περιοχή». Τί το περάσατε δηλαδή, αδέσποτα σκυλιά είστε να ζευγαρώνετε έτσι ελεύθερα; Άνθρωποι σου λέει...

Στρίβω πιο κάτω και βλέπω μιαν άλλη αφίσσα: γονείς και παιδιά ζουν στιγμές θαλπωρής γύρω από την οικογενειακή εστία στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ένα gadget. Από κάτω γράφει «We love technology». Α, τώρα κατάλαβα, αυτό θα έχουν δει και οι γονείς των συμμαθητών του γιου μου κι έτρεξαν να προμηθεύσουν τα βλαστάρια τους, από 3 χρονών, με οθόνες κάθε είδους. Στο γήπεδο τα μικρά αδερφάκια δεν κοιτούν το ματς –κοίτα ρε πως κλωτσάει την μπάλα ο αδερφός σου !-- όχι, όχι κολλημένα σε μια οθόνη, και μόνο άμα βρέξει ο ουρανός θα γυρίσει κανένα ξανθό κεφαλάκι να δει τι διάολο συμβαίνει εκεί πάνω και τότε θα πει: μαμά η γαλάζια οθόνη με φτύνει.

Όσο για το σχολείο, είναι ο ιδανικός χώρος για την εισαγωγή των νεαρών στο κυνήγι των πόκεμον, α, ναι βέβαια, από τα δέκα (και πολύ άργησε), πού; μα στο προαύλιο. Τι να τρέχουμε εμείς τώρα και να κουραζόμαστε, τρέχει ο πόκεμον για μας. Ο αντίχειρας δίνει και παίρνει, ασκήσεις κάτω από το θρανίο, στα κρυφά βέβαια, sms και texto, τί μόνο εκθέσεις θα γράφουμε; Και αν καμιά κακούργα δασκάλα, από κείνες τις γεροντοκόρες, τύχει και αφαιρέσει το gadget από τα χέρια του παιδιού… αμάν, αμέσως σύννεφο τα τηλέφωνα στην Διεύθυνση: τους τα πήρατε λέει; βεβαίως εμείς τους τα δώσαμε, οι γονείς τους, δεν ξέρουμε νομίζετε τι κάνουμε; Είναι για το καλό τους, δυναμώνει ο αντίχειρας, εξασκείται και το μάτι, μαθαίνει να χάνει τον ορίζοντα από νωρίς, ώστε να μην έρθει ποτέ η μέρα που θα τον αναζητήσει. Και όταν μεθαύριο του πούνε πως θα μένει όχι σε σπίτι αλλά σε συρτάρι, αλά Τόκυο, δεν θα τον νοιάζει που δεν θα έχει παράθυρα. Εμ βέβαια, ξέρεις τι θα πει να φροντίζεις για την μελλοντική ευτυχία του παιδιού σου, άντε τώρα, μη μας το χαλάτε!

Κόσμος πάει, κόσμος έρχεται. Πας κι εσύ μαζί τους, ανεβαίνεις κατεβαίνεις τα δρομάκια και βλέπεις πόσο νοιάζει πια τον κύριο τάδε και την κυρία δείνα το εκατό τοις εκατό φυσικό, φυσική περιποίηση, φυσικό μανικιούρ, βιολογικό ψωμί, βιολογικός μαιντανός, ούτε ίχνος γλουτένης --α βέβαια, δεν κάνει καλό-- και η υψηλή κομμωτική, α, όλα κι όλα πρεπει να έχεις προυπολογισμό για να τα ακουμπάς στους ναούς της τρίχας --αχ, αν φρόντιζες και το μέσα απ'το κεφάλι σου όσο το έξω, βρε κούκλα μου... Τώρα βέβαια, πώς να στο πω για να το καταλάβεις, το φυσικό έχει και το κόστος του. Αν παίρνεις τον βασικό μισθό, τί να σου κάνω, πήγαινε να φας τα τυποποιημένα, απ'το εργοστάσιο, η φύση δεν είναι για όλους, ας πήγαινες κι εσύ να πιάσεις δουλειά στο Μονακό. Πού; ναι, εκεί, μάλιστα, που ζουν ο πρίγκιψ και η πριγκίπισσα… τί; αν φορούν χρυσή κορώνα όπως στα παραμύθια; με ρώτησε τις προάλλες ο γιος μου. Όχι παιδί μου, την χρυσή κορώνα την εξαργύρωσαν και φυλάνε τα λεφτά τους στην τράπεζα. Ποια από όλες, θα μου πειτε, γιατί κακό είναι να έχεις επιλογή; Άντε τώρα! Κι ύστερα, «ευτυχώς που υπάρχει και το Μονακό κι έχουμε κι εμείς δουλίτσα», μου έλεγε τις προάλλες ένας μαγαζάτορας παιδικών ρούχων εδώ στη Νίκαια, γιατί αν περιμένεις βέβαια από τους Γάλλους και τους λοιπούς εργαζόμενους εδώ, αυτοί τα αγοράζουν πια όλα μεταχειρισμένα, μμμ, οι ψωριάρηδες… Ενώ εκείνοι με τις κουρσάρες, κάτι Lamborghini να σου φύγει το μάτι, που τριπλοπαρκάρουν πάνω στις διαβάσεις και παίρνουν τη στροφή με 200 εντός πόλεως, είναι αλληλέγγυοι με τους πωλητές των καινούριων παιδικών ρούχων και παπουτσιών και με εκείνους των επίπλων και με τους άλλους που έχουν τα εστιατόρια, ναι βέβαια για αυτό και οι τιμούλες εδώ στη Νίκαια είναι στα μέτρα τους. Είναι τώρα να μην λες «ευτυχώς που υπάρχει και το Μονακό»; Κι εσένα αμα σε προσλάμβανε μεθαύριο η πριγκίπισσα να της βάφεις τα νύχια μη μου πεις ότι δε θα πήγαινες!

Κι αν μένεις στο γκέτο, τι γίνεται; Ναι, εκείνο εκεί λέω το περίεργο χωριό με τις δεκαοχταόροφες πολυκατοικίες που έχουν στοιβάξει μέσα τους άραβες, τους αφρικάνους, τους πολωνούς, τους αλβανούς (που δεν πάνε πια στην Ελλάδα, τι χαζοί είναι, να παιθάνουν της πείνας;), όλους εκείνους που κανένας τους δεν μιλάει γαλλικά --άραγε πώς χαιρετιούνται; Α, όλα κι όλα στο χωριό αυτό που μου λες δεν έχει μαγαζάκια bio με αγνά προιόντα, αυτά τα high είναι για τους σικάτους όχι για τα μούτρα σου! Η φύση διαλέγει πού πηγαίνει, τι να κάνουμε, έφυγε από τη χωριατίλα και δεν μυρίζει πια κοπριά, μετακόμοισε, να, εδώ πιο κάτω στον πεζόδρομο κι έχει άρωμα μαύρης ορχιδέας και γεύση φρούτων του δάσους (τι είπατε, κρυφή θυγατρική του Carrefour; ε όχι δα, δε σας πιστεύω, από κακία το λέτε). Δοκίμασε κι εσύ, άκου που σου λέω, θα νοιώσεις άνθρωπος.

Πεζόδρομος λοιπόν κι ανεμελιά –ευτυχώς οι πάνοπλοι με την παραλλαγή βρίσκονται παντού για να μας προστατεύουν. Να κι ένα μαγαζί με ατσάλινα χρηματοκιβώτια και λουκέτα, μη με ρωτάς ποιός ο λόγος, ηλίου φαηνότερο, όποιος πάει στην υψηλή κωμμοτική, στο βετζετάριαν εστιατόριο και στο βιολογικό μανάβικο, αργά ή γρήγορα θα πει, ε, δεν παίρνω κι ένα τετραπλοκλειδωμένο χρηματοκιβωτιάκι, πού θα φυλάξω εγώ τα βιολογικά μου αγγουράκια και τις αγκινάρες, και τα κεράσια; Α, δεν πήρα πολλά, το μηνιάτικο δεν μ' έφτανε, τρία μόνο είναι αρκετά, ένα για τον καθένα μας στο σπίτι, η γιαγιά δεν τρώει --προτιμάει τα χάμπουργκερς, άλλες εποχές βλέπεις... Ε, τι θέλεις τώρα, στο Μονακό έχει τράπεζες και βάζει ο κόσμος τα λεφτουδάκια του, εδώ όποιος έχει λεφτουδάκια τα δίνει στο bio, ή στα pilling και τα serum φυτικά και πολύ υγειινά βέβαια (μέχρι να σου διαγνωσουν τον καρκίνο), ή στα καταστήματα εκείνα με τα αγοροκόριτσα που είναι αγκαλιασμένα μπροστά στην κάμερα και φοράνε εσώρουχα φτιαγμένα έξω (έξω πού; μη με ρωτάς, δεν τις ξέρω εγώ εκείνες τις χώρες με τα περίεργα ονόματα που τελειώνουν σε -ιστάν). Ε, σου λέει να μην πάρω κι ένα χρηματοκιβώτιο στο σπιτάκι μου να κλειδώνω το δαντελένιο μου βρακί, μπας και μπει κανένας κλέφτης!

Καλά όλοι αυτοί. Και οι άλλοι; Οι άλλοι, λέω, δεν θα φάνε βιολογικά και βετζετάριαν; Δεν θα βάλουν κρέμες για τέλειο δέρμα στο ξύπνημα; Δε θα κάνουν περατζάδα στον πεζόδρομο; Μα ποιοι άλλοι; Αυτοί εκεί καλέ που τους βομβαρδίζουνε. Μπα, πού το άκουσες αυτό; Τίποτα κακούργοι θα είναι. Μα είναι πολλοί σου λέω, έρχονται πατημένοι μέσα στις βάρκες ή το πάνε ποδαράτοι από τον αυτοκινητόδρομο (πω πω, πάει το πεντικιούρ) δίπλα στις Πόρσε και στις Φερράρι και στα φορτηγά που τους πατάνε σαν τις μύγες. Να σου λέω, είναι εδώ παρά έξω στην τελευταία ιταλική πόλη μποροστά στα σύνορα και περιμένουνε να κάνουνε ντου. Αυτοί δεν τρώνε κεράσια βιολογικά; Δεν πρέπει να τους απασχολεί πώς να απαλλαγούν από τις παρανυχίδες και πώς να περιποιηθούν την τρίχα; (γιατί, πως να το κάνουμε τώρα το μαλλί θέλει και τις βιταμίνες του και το μάστορά του, δεν είναι να εμπιστεύεσαι το κεφάλι σου σε όποιον όποιον, το απ' έξω εννοώ), ε, όλοι αυτοί πώς κάνουνε; Α, για κάτσε. Ή δε με κατάλαβες ή κάποιο λάθος κάνεις: η αγορά και ο πεζόδρομος δεν τους γνωρίζει όλους αυτούς που μου λες, είσαι σίγουρη πως μιλάς για ανθρώπους;


Νίκαια 15-10-2016 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.