Ο καναπές ΙΙΙ

 

Συντάκτης: Δημήτρης Νανούρης 

(Παραμονές των εκλογών του 1981 η Βαγγελιώ, φοιτήτρια της Παντείου, πιάνει σπίτι στα Εξάρχεια για να γλιτώσει απ' τις παρωπίδες της συγκατοίκου της και τον βραχνά των μεταμεσονύκτιων δρομολογίων στον Νέο Κόσμο).

Ανθρωπος των αρχών, των τύπων και των προλήψεων, η Χαρά μπήκε ασφαλώς με το δεξί και υπαγόρευσε στα δυο της κουτσούβελα να πράξουν το ίδιο. Εκείνα την αγνόησαν επιδεικτικά και ξεχύθηκαν στην αγκαλιά της «θείας Λιολιώς» που δεν τους χαλούσε ποτέ χατίρι. «Καλορίζικο και καλά μυαλά» ευχήθηκε υπομειδιώντας λοξά η μαμά τους, με το ύφος της μεγάλης, αυστηρής αδελφής που επιδιώκει να επαναφέρει τη μικρότερη στον δρόμο της αρετής, χωρίς όμως να βιάζεται τόσο.

Μπήκε νωρίς στα βάσανα η Χαρά. Ηρθε στην Αθήνα να σπουδάσει διακόσμηση, αλλά, αφότου μπλέχτηκε με τον Μπάμπη, ο κόσμος της ανετράπη εκ θεμελίων. Αρχισαν να μπαινοβγαίνουν μαζί στις μεγάλες πόρτες, όχι της αίθουσας τελετών του Πανεπιστημίου όπου απονέμονται τα πτυχία: μία φορά στην εκκλησία και δύο στο μαιευτήριο. Η Χαρά έδειχνε να απολαμβάνει τις ευθύνες. Από πιτσιρίκα, άλλωστε, λάτρευε την οικογένεια και το μέσα. Διευθετούσε τη ζωή της σε κουτάκια τα οποία καθάριζε τακτικά. Τα 'πλενε, τα 'τριβε, τα 'κανε να λάμπουν. Ενα αστραφτερό χαμόγελο ήταν η ίδια και το σπιτικό της. Ανοιχτό πάντοτε σε γείτονες και φίλους. Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ αυτή κι ο άντρας της. Απ' το τίποτα έστηναν τρικούβερτα γλέντια που άφηναν εποχή.

Γούσταρε την μποέμικη ζωή της καρντασίνας της και τη χαρτζιλίκωνε ενίοτε, όσο επέτρεπαν τα στενόχωρα οικονομικά της. Για να τα βελτιώσει, δούλευε γραμματέας τα απογεύματα στο δικηγορικό γραφείο του Ιωάννη Ευαγγελόπουλου. Εγινε γνωστός στους νομικούς κύκλους ο εργοδότης της ως υπερασπιστής στη δίκη του ΑΣΠΙΔΑ. Μπήκε έκτοτε στο μάτι της χούντας. Μετά τη μεταπολίτευση διακρίθηκε ως συνήγορος όλων ανεξαιρέτως των αναρχικών που διώκονταν απηνώς από το κράτος της Δεξιάς. Στέλεχος του ΠΑΣΟΚ από το 1974, προαλειφόταν για υπουργός Δικαιοσύνης.

«Ενας στενός συνεργάτης του Ευαγγελόπουλου κατεβαίνει υποψήφιος και ψάχνει άτομα να του κολλήσουν τις αφίσες. Εχεις κανέναν υπ' όψιν σου;» θυμήθηκε ξαφνικά η Χαρά, σκουπίζοντας την ξεραμένη σοκολάτα απ' τα στόματα των παιδιών. Το μυαλό της Βαγγελιώς πήγε αυτομάτως στον Παύλο, τον Θοδωρή και τον Μήτσο. Μπεκρόνια στα μπάρ και συντρόφια. Παρότι καινούργια φιλαράκια, της είχαν φερθεί σπαθί. Κίνησαν ουρανό και γη, ώσπου επιστράτευσαν το τρίκυκλο κάποιου γνωστού τους και κουβάλησαν μετά χαράς την οικοσκευή της στη μετακόμιση. Με την αγαλλίαση εκείνου που ανταποδίδει το καλό, κανόνισε το νταλαβέρι στο πι και φι.

Οι τρεις μάγκες ξεσκόνισαν το σοβαρό τους προσωπείο έξω απ' το γραφείο, στον έβδομο όροφο του μεγάρου Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους, και χτύπησαν το κουδούνι. Τους άνοιξε ο Πάνος Παπαπάνου αυτοπροσώπως. Πατημένος πενηντάρης, με αρχές φαλάκρας στο ξανθό του κεφάλι κι ένα πλατύ, προσποιητό χαμόγελο, λες και σεργιάνιζε στη Βουλή αναντάν μπαμπαντάν. Αφού τους φλόμωσε στις κοινοτοπίες, τους έμπασε στον θάλαμο συσκέψεων και τους σύστησε στην Κατερίνα, τη γυναίκα του, μια γοητευτική μελαχρινή, με τύπο που δεν είχαν ξανασυναντήσει. Καμιά σχέση με τα δήθεν μοιραία κορίτσια των Εξαρχείων. Εμειναν να την κοιτάζουν μαγνητισμένοι. (Συνεχίζεται) 

ΠΗΓΗ: efsyn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.