ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ !!! ΤΟ ΟΙΚΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ !!! ΕΛΕΩ ΤΡΙΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ !!!
Εισβολές» στα σπίτια των Ελλήνων από την Εφορία
προβλέπει το νέο Μνημόνιο !!! καί όχι μόνο !!!
Εξουσίες
τύπου «δικαστή Ντρεντ» αποκτούν οι εφοριακοί
Mέσα στον πολιτικό «θόρυβο» της ψήφισης του νέου
επαίσχυντου Μνημονίου διέφυγε της προσοχής των πολιτών ότι ένας εκ των βασικών
όρων του είναι η εισβολή της Εφορίας στα σπίτια τους!
Φυσικά και τα εγχώρια ΜΜΕ φρόντισαν να μην «φωτιστεί» ιδιαίτερα αυτή η «λεπτομέρεια», καθώς είναι γνωστό ότι ο Έλληνας θεωρεί ........
Φυσικά και τα εγχώρια ΜΜΕ φρόντισαν να μην «φωτιστεί» ιδιαίτερα αυτή η «λεπτομέρεια», καθώς είναι γνωστό ότι ο Έλληνας θεωρεί ........
την Εστία του ιερή και δεν δέχεται κρατικές εισβολές όπως μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα συμβαίνει.
Μόλις αυτό καταστεί δυνατό καταργείται το
οικιακό άσυλο των πολιτών. Φυσικά η έρευνα θα έχει ως στόχο να αποδείξει η
Εφορία-που δεν χρειάζεται να το κάνει απλά θα το ισχυρίζεται-ότι ο
φορολογούμενος ζει πλουσιοπάροχα και θα πρέπει να δίνει εξηγήσεις για οτιδήποτε
έχει στην κατοχή του όπως μπιμπελό,βάζα,πορσελάνες,βιβλία, έπιπλα, είδη
οικιακής χρήσεως, ρούχα, παπούτσια, και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί
κάποιος.
Ακριβώς έτσι γινόταν στο ολοκληρωτικό καθεστώς
του μέλλοντος στο πασίγνωστο κόμικ «Δικαστής Ντρεντ» όπου οι Δικαστές έσπαγαν
την πόρτα εμπαιναν μέσα και έλεγχαν ακόμα και τα σανδάλια του φορολογούμενου,
αν έχει αποδείξεις κ.λ.π
Εάν δεν έβρισκαν τίποτα επιλήψιμο επιδιόρθωναν
τις ζημιές και ζητούσαν συγγνώμη για την ενόχληση, αυτό όμως δεν πρόκειται να
συμβεί σε καιρό Μνημονίου, όπου όλοι μπορούν να είναι ένοχοι, με μοναδική
ευκολία, και οι συγγνώμες περιττεύουν.
Σημειώνεται ότι οι «δικαστές» είχαν ενοποιήσει
την νομοθετική,την εκτελεστική, και την δικαστική εξουσία, έκαναν συλλήψεις και
έβγαζαν ποινές και πρόστιμα επί τόπου.
Για την Εφορία και τους δανειστές όλοι οι Έλληνες
θα είναι εκ προοιμίου ένοχοι, και το κυριότερο θα είναι αδύνατο να αποδείξουν
ότι δεν είναι ελέφαντες.
Εφόδους ακόμα και σε σπίτια προβλέπει το τρίτο
μνημόνιο, να κάνουν οι «ράμπο» της εφορίας.
Η κυβέρνηση έχει συμπεριλάβει στο μνημόνιο
ρύθμιση η οποία θα τεθεί σε εφαρμογή μέσα στους επόμενους μήνες, επιτρέποντας
στην εφορία να μπουκάρει σε σπίτια.
Η ακριβής διαδικασία δεν ξεκαθαρίζεται όμως η
κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι έως τον Οκτώβριο του 2015 θα πρέπει να
εξασφαλιστεί η επαρκής πρόσβαση της φορολογικής διοίκησης στις εγκαταστάσεις
των φορολογουμένων για τη διεξαγωγή ελέγχων εγκαίρως και για σκοπούς επιβολής
του νόμου.
Τον Σεπτέμβριο προβλέπεται η επέκταση του
Μητρώου Τήρησης Τραπεζικών Λογαριασμών ώστε οι ελεγκτές να έχουν τη δυνατότητα
να βλέπουν άμεσα όλες τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των ελεγχόμενων
σε βάθος δεκαετίας.
Παράλληλα, έως τον Νοέμβριο έρχεται κοκτέιλ
μέτρων για τις αδήλωτες καταθέσεις, με νομοσχέδιο για την εθελοντική αποκάλυψη
χωρίς αμνηστευτική διάταξη.
Άλλωστε μετά την ψήφιση του μνημονίου από τη
Βουλή, θα σημάνουν αλλαγές και στο ακατάσχετο κατώτατο όριο με αυτό να
μειώνεται από 1.500 ευρώ σε 1.000 ευρώ.
Με βάση τις νέες διατάξεις επιτρέπεται η
κατάσχεση των ανωτέρω απαιτήσεων, εφόσον αυτές υπερβαίνουν το ποσό των 1.000
ευρώ, σε ποσοστό το οποίο αυξάνεται κλιμακωτά και συγκεκριμένα στο μισό επί του
υπερβάλλοντος των 1.000 ευρώ και μέχρι του ποσού των 1.500 ευρώ για τις
ασθενέστερα οικονομικές τάξεις και στο 100% του ποσού που υπερβαίνει τα 1.500
ευρώ για τα μεγαλύτερα εισοδηματικά κλιμάκια.
Οι αλλαγές αυτές όμως έχουν και αναδρομική ισχύ.
Όσον αφορά στις καταθέσεις, επίσης μειώνεται στα
1.250 ευρώ το κατώτατο όριο ακατάσχετου των καταθέσεων φυσικών προσώπων σε
πιστωτικά ιδρύματα, σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό, το οποίο ρητά ορίζεται ότι
υπολογίζεται ανά μήνα.
Ως προς τις καταθέσεις των πολιτών όμως
οποιαδήποτε έρευνα πρότερη της 30/9/2010 καθίσταται παράνομη από δικαστικές
αποφάσεις
ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
ΒΑΖΟΥΝ ΦΡΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ ΤΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ !!!
Η Εφορία κατάφερε να
τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί δεκάδες χιλιάδες ελεγχόμενους, χρησιμοποιώντας
τέσσερα νέα όπλα:
1. Συνεχής επέκταση του χρόνου παραγραφής ώστε
να παραμένουν επί μία δεκαετία ανοιχτές προς έλεγχο υποθέσεις ως και το 2001,
ακόμα κι αν έχουν υπαχθεί σε νόμο περαίωσης, παρόλο που δεν υπάρχει υποχρέωση
(ή και η δυνατότητα) φύλαξης στοιχείων ούτε από τον ελεγχόμενο, ούτε στις
τράπεζες, ούτε καν την ίδια την Εφορία.
2. Καθιέρωση έμμεσων τεχνικών υπολογισμού του
φορολογητέου εισοδήματος με τις οποίες η Εφορία προσδιορίζει από μόνη της
φόρους και πρόστιμα, ακόμη κι αν τα δηλωθέντα υπερκαλύπτουν τεκμήρια και «πόθεν
έσχες».
3. Νέου τύπου αναδρομικοί έλεγχοι με βάση
πληροφορίες για κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών (εμβάσματα, καταθέσεις και
αναλήψεις, στοιχεία πελατών τραπεζών του εξωτερικού) προκειμένου να διαπιστωθεί
αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.
4. Μεταφορά στον ελεγχόμενο της υποχρέωσης να
αποδείξει ο ίδιος πως είναι αθώος αντί στη φορολογική αρχή που τον ελέγχει και
τον ενοχοποιεί με τις διαπιστώσεις της.
Επιπλέον, το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο από τα
πολλά, διαφορετικά ή και αντιφατικά πορίσματα που εκδίδονται για τον ΑΦΜ ενός
ελεγχόμενου (ή και για οικογένειες ολόκληρες που ελέγχονται για κοινούς
τραπεζικούς λογαριασμούς) από το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών, τις ΔΟΥ, το
ΣΔΟΕ, το ΚΕΦΟΜΕΠ ή και τους εισαγγελείς, στην ίδια χώρα και με τους ίδιους
νόμους, αλλά χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους (ροές καταθέσεων το ΣΔΟΕ,
έμμεσες τεχνικές οι ΔΟΥ κ.λπ.) και κρίνουν διαφορετικά για παραβάσεις και ποσά
φοροδιαφυγής, αποδυναμώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη βαρύτητα των ευρημάτων των
ελέγχων.
Δικαίωση
Όλα τα μέτρα και οι πρακτικές με τα οποία οι
εφορίες -εφαρμόζοντας πρόσφατους νόμους- καταστρατηγούν την παραγραφή και
επιβάλλουν φόρους και πρόστιμα κατά το δοκούν αμφισβητούνται πλέον από τη
Δικαιοσύνη.
Νέες δικαστικές αποφάσεις δίνουν «όπλο» σε
100.000 φορολογουμένους που έχουν στοχοποιηθεί για έλεγχο από την Εφορία να
αποκρούσουν τη φοροεπιδρομή που έχει εξαπολύσει σε βάρος τους το Δημόσιο, καθώς
κρίνεται ότι:
Η Εφορία δεν έχει δικαίωμα να ζητεί στοιχεία και
να επιβάλλει πρόστιμα για χρήσεις ως το 2001 που ελέγχθηκαν μαζικά τα τελευταία
χρόνια, επειδή έχουν παραγραφεί.
Οι έλεγχοι των τραπεζικών καταθέσεων που
επεκτείνονται αναδρομικά στα έτη πριν από τις 30/9/2010 γίνονται εν πολλοίς
στον αέρα, χωρίς ισχυρή νομική βάση.
Κακώς μεταφέρεται το βάρος της απόδειξης από τη
φορολογική αρχή στον φορολογούμενο.
Μεγάλη ανατροπή
Επειδή το υπουργείο Οικονομικών δεν μπόρεσε ποτέ
στο παρελθόν να ασκήσει έγκαιρα τον προβλεπόμενο φορολογικό έλεγχο, από το 2010
και μετά επιστράτευσε νέες μεθόδους εντοπισμού και ανακήρυξης παραβατών, μέσω
των κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών, στοιχείων εμβασμάτων κ.λπ., υποκαθιστώντας
τον κανονικό τύπο ελέγχων φορολογίας εισοδήματος, ΚΒΣ, ΦΠΑ και άλλων
φορολογικών αντικειμένων, που ίσχυε ως τότε.
Οι δικαστικές αποφάσεις κρίνουν ότι οι πρακτικές
αυτές είναι σαθρές και αυθαίρετες, ειδικά όταν εφαρμόζονται αναδρομικά για
χρόνια στα οποία δεν επιτρέπεται να φτάσουν. Απορρίπτουν μάλιστα την επινόηση
των νόμων της εποχής Παπακωνσταντίνου ότι ο ελεγχόμενος είναι ταυτόχρονα και
ένοχος, εκτός αν αποδείξει πως «δεν είναι ελέφαντας», καταργώντας ουσιαστικό το
τεκμήριο της αθωότητας, ενώ επέτρεπαν στην Εφορία να θεωρεί αδήλωτο εισόδημα
κάθε κατάθεση μετρητών στην τράπεζα, χωρίς να αποδεικνύεται πως δεν προέρχονται
από νόμιμη εργασία ή άλλη συναλλαγή του ελεγχόμενου!
Συγκεκριμένα:
1 Αθέμιτη η παράταση παραγραφής. Με απόφαση του
Εφετείου Αθηνών, την οποία προκάλεσε εταιρεία στην οποία η Εφορία κοινοποίησε
εντολή ελέγχου 12 έτη μετά, ακυρώθηκαν πρόστιμα 9 εκατ. ευρώ που της
επιβλήθηκαν το 2012 για τις χρήσεις από το 2004 και μετά, με τη χρήση έμμεσων
τεχνικών ελέγχου.
Καταρχήν το Εφετείο καταρρίπτει τις απανωτές
παρατάσεις που δίνονταν συνήθως στο τέλος του χρόνου προκειμένου το Δημόσιο να
ελέγχει χρήσεις που κανονικά θα είχαν παραγραφεί προ πολλού λόγω παρέλευσης
5ετίας. Το δικαστήριο θεωρεί πως παραβιάζεται το άρθρο 78 του Συντάγματος και
ότι οι πολλαπλές διαδοχικές παρατάσεις ισοδυναμούν με αναδρομική και «μη
θεμιτή» επιβολή φόρου και προστίμων.
«Η πρακτική αυτή καθιστά υπερδεκαετή την
προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιήσει πράξεις
επιβολής προστίμων», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση.
2 Στην Εφορία το βάρος της απόδειξης. Με άλλη
απόφαση, το Εφετείο Χανίων δέχεται πως «η φορολογική αρχή φέρει το βάρος της
απόδειξης της συνδρομής των υπό του νόμου οριζομένων προϋποθέσεων» για να γίνει
έλεγχος δεκαετίας και όχι ο φορολογούμενος που προσπαθεί να τον αποφύγει.
Η υπόθεση αφορούσε μαιευτήρα του οποίου τους
τραπεζικούς λογαριασμούς άνοιξε το ΣΔΟΕ.
Εφαρμόζοντας τον νόμο 3888/2010, το ΣΔΟΕ
διαπίστωσε πως τα ποσά των καταθέσεων σε μετρητά που δεν δικαιολογούνται από
δηλωθείσες αμοιβές «λογίζονται ως προσαύξηση περιουσίας προερχόμενη από
υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων» και πρέπει να φορολογηθούν με 40% και από το
πρώτο ευρώ, χωρίς να εκπίπτουν καν δαπάνες.
Ο γιατρός προσκόμισε υπόμνημα πως είχε μεν τα
δικαιολογητικά και τις αποδείξεις, αλλά τα κατέστρεψε μετά από φορολογική
περαίωση των ετών ως το 2006.
Όπως τονίζεται στην απόφαση, από τη Φορολογία
Εισοδήματος προβλέπεται πενταετής παραγραφή. Κοινοποίηση φύλλου ελέγχου δεν
μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο
οποίο λήγει η προθεσμία δήλωσης. Με ειδικές διατάξεις η παραγραφή του έτους
2001 παρατάθηκε από το 2006 αρχικά ως και το 2008, και μετά ως το τέλος του
2011.
Τότε ξεκίνησε ο έλεγχος από την Εφορία, η οποία
όμως το 2012 επικαλέστηκε νεότερα στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση της το 2011
(άνοιγμα λογαριασμών) και, βάσει του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος που ίσχυε
(ν.2238/1994), η ΔΟΥ τα προσμέτρησε εκτός του ορίου παραγραφής.
Το δικαστήριο όμως έκρινε ότι είναι «απορριπτέος
και αβάσιμος ο λόγος που επικαλείται το Δημόσιο» και, εντέλει, «δεν νοείται
επιβολή προστίμων του ΚΒΣ στα πλαίσια ελεγκτικών ενεργειών στην έρευνα του
“πόθεν έσχες”, το οποιοδήποτε αποτέλεσμα του οποίου αντανακλάται στη φορολογία
εισοδήματος», όταν ο φορολογούμενος καλείται να δικαιολογήσει την απόκτησή του.
Για τον λόγο αυτό διέγραψε τους φόρους και τα
πρόστιμα που του επιβλήθηκαν το 2011 για τα έτη από το 2001 και μετά.
Δεν φορολογείται η
προσαύξηση περιουσίας
Το ίδιο δικαστήριο δέχτηκε και τον ισχυρισμό του
φορολογουμένου πως δεν δικαιολογείται από νεότερα δεδομένα η έρευνα για
κινήσεις λογαριασμών περασμένων ετών που έχουν κανονικά παραγραφεί, αφού η
Εφορία ήταν και πάλι εκείνη που δεν τις ερευνούσε τόσα χρόνια και δεν φταίει σε
τίποτε ο φορολογούμενος να ταλαιπωρείται να βρει στοιχεία για να δικαιολογήσει
καταθέσεις περασμένων ετών προκειμένου να μη θεωρηθούν αδικαιολόγητος
πλουτισμός.
Αλλά και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
καταρρίπτει το επιχείρημα της Εφορίας ότι οι καταθέσεις που δεν μπορούν να
δικαιολογηθούν αποτελούν κρυφό εισόδημα και φορολογείται αναδρομικά, έστω κι αν
ο ελεγχόμενος δεν έχει συλληφθεί για φορολογικές παραβάσεις (π.χ. για μη έκδοση
αποδείξεων, πλαστά και εικονικά κ.λπ.).
Συγκεκριμένα, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους,
μετά την εφαρμογή των νέων μεθόδων από το 2010 και μετά, τονίζει ότι «κατά την
έννοια και το πνεύμα του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ως
εισόδημα φορολογείται, έστω και αν δεν κατονομάζεται ρητώς από τον νόμο, το
αντάλλαγμα της προσωπικής εργασίας ή οι καρποί περιουσιακών στοιχείων του
φορολογουμένου και όχι κάθε άλλη προσαύξηση της περιουσίας του, εκτός αν αυτή,
δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου, λογίζεται για την υπαγωγή στον φόρο ως
εισόδημα».
Στην παγίδα του νόμου
Τα δικαστήρια δέχτηκαν επίσης ότι οι διατάξεις
των νόμων αυτών τέθηκαν σε ισχύ από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 30/09/2010 και μετά. Συνεπώς και η υποχρέωση του
φορολογουμένου να τηρεί στοιχεία για την τεκμηρίωση των συναλλαγών του ισχύει
από 30/09/2010 και μετά.
Συνεπώς δεν είναι θεμιτό να αξιώνεται αναδρομικά
και αιφνιδιαστικά από τη φορολογική αρχή (υπό την απειλή επιβολής φόρου και
προσαυξήσεων) η εκπλήρωση άλλης φύσης υποχρέωσης, όπως η τεκμηρίωση κάθε μιας
συναλλαγής ξεχωριστά, τραπεζικής ή μη. Αρμόδια στελέχη του υπουργείου
Οικονομικών εξέφραζαν την ανησυχία τους για τις νέες δικαστικές αποφάσεις, αλλά
δείχνουν να οχυρώνονται πίσω από άλλες διατάξεις για ξέπλυμα μαύρου χρήματος,
που θεωρείται διαρκές έγκλημα με ορίζοντα παραγραφής τη 15ετία.
ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
Η Εφορία δεν έχει δικαίωμα να ζητεί στοιχεία και
να επιβάλλει πρόστιμα για χρήσεις ως το 2001 που ελέγχθηκαν μαζικά τα τελευταία
χρόνια επειδή έχουν παραγραφεί.
Οι έλεγχοι των τραπεζικών καταθέσεων που
επεκτείνονται αναδρομικά στα έτη πριν από τις 30/9/2010 γίνονται χωρίς ισχυρή
νομική βάση.
Κακώς μεταφέρεται το βάρος της απόδειξης από τη
φορολογική αρχή στον φορολογούμενο.
ΠΗΓΗ:viotikoperiskopio.blogspot.gr
ΣΧΟΛΙΟ: ΔΕΙΤΕ ΤΙ ΛΕΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ
ΕΛΛΑΔΑΣ:
MEPOΣ ΔEYTEPO - Aτομικά και
κοινωνικά δικαιώματα
'Αρθρο
9: ('Ασυλο της κατοικίας)
- H κατοικία του καθενός είναι
άσυλο. H ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Kαμία
έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και
πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας.
- Oι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικιακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως νόμος ορίζει.
ΣΧΟΛΙΟ: ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Προς το
Υπουργείο Οικονομικών -Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων
|
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
|
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
|
| |
|
|
| ||
|
ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
|
Αθήνα
| ||
|
Τηλ. :
210-6411526 Fax : 210-6411523
|
Αριθ. Πρωτ...
| ||
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Προς το Υπουργείο Οικονομικών -Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων
Σχετ. το
υπ'αριθμ. πρωτ. ΔΕΛΑ 110513 ΕΞ 2014 ΕΜΠ έγγραφό σας.
Θέμα : Περί της
συμβατότητας ή μη με το άρθρο 9 του Συντάγματος, των προβλέψεων των άρθρων 25§3
και 40§3 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν 4174/2013).
Με την υπ' αριθμ. 256/2014 γνωμοδότησή
της η Α Τακτική Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αποφάνθηκε κατά
πλειοψηφία ότι κείνται εντός των πλαισίων του ισχύοντος Συντάγματος οι
διατάξεις των άρθρων 25 παρ.3 και 40 παρ. 3 του Ν 4174/2013 που προβλέπουν την
είσοδο οργάνων την φορολογικής διοίκησης στην κατοικία φορολογουμένων, με απλή εντολή του Εισαγγελέα και χωρίς την παρουσία δικαστικού λειτουργού, προκειμένου
να διενεργούν φορολογικούς ελέγχους και να προβαίνουν σε έρευνες που αποσκοπούν
στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων. Το σκεπτικό της πλειοψηφίας στην
γνωμοδότηση αυτή, έχει κατά τα ενδιαφέροντα, εν προκειμένω , σημεία του, ως
εξής: « Παρά την απόλυτη και αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 9§1
εδάφιο α του Συντάγματος, γίνεται δεκτό ότι η προβλεπόμενη σε αυτήν προστασία
του ασύλου, αφορά μόνο στην κατ' οίκον έρευνα, που αποσκοπεί στη συλλογή
αποδεικτικών στοιχείων για την διαπίστωση εγκλημάτων, στην ανακάλυψη ή σύλληψη
του δράστη και, εν γένει, στην πρόληψη ή καταστολή ενεργειών που συνιστούν
ποινικά αδικήματα (βλ και άρθρο 253 Κ.ΠΔ). Αντιθέτως, κατά την κρατούσα και
ορθοτέρα άποψη, γίνεται δεκτό ότι λιγότερο επαχθείς περιορισμοί, οι οποίοι
είναι αναγκαίοι για τον έλεγχο της τηρήσεως των νόμων, δεν εμπίπτουν στην
υποχρέωση παρουσίας εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας για την διενέργεια κατ'
οίκον έρευνας . Πρόκειται για τους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις που
διενεργούνται με σκοπό την άσκηση εποπτείας και ελέγχου στα πλαίσια της υγειονομικής,
εργατικής, οικονομικής -επαγγελματικής
και φορολογικής νομοθεσίας........ Υπό
τα ως άνω γενόμενα δεκτά, η διενέργεια φορολογικών
ελέγχων και ερευνών στην κατοικία του φορολογούμενου, κατά τις διατάξεις των
άρθρων 25 και 40 του Κ. Φ.Δ, με μόνη την εντολή του εισαγγελέα και χωρίς την
παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας, δεν έρχεται αντιμέτωπη με το άρθρο
9 του Συντάγματος...». Η γνωμοδότηση αυτή μας διαβιβάστηκε εν αντιγράφω με το
υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΕΛΑ 110513 ΕΞ 2014 ΕΜΠ έγγραφό σας για ενημέρωση, ενώ ταυτόχρονα
μας ζητείτε να εκφέρουμε τις απόψεις μας επί του ιδίου θέματος. Κατόπιν αυτών,
η γνώμη μας επί του ζητήματος αυτού είναι η εξής:
Με το άρθρο 9 του ισχύοντος
Συντάγματος ορίζεται ότι : « 1. Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική
και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δεν γίνεται σε
κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την
παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας. 2. Οι παραβάτες της προηγούμενης
διάταξης τιμωρούνται για παράβαση του οικιακού ασύλου και για κατάχρηση
εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως νόμος ορίζει».
Με το άρθρο αυτό θεσπίζεται το άσυλο
της κατοικίας και το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, με την
απειλή ποινικών κυρώσεων κατά των παραβατών (άρθρα 239 και 251 του Π.Κ) και την
υποχρέωσή τους να αποζημιώσουν τον παθόντα. Ως κατοικία κατά το πιο πάνω άρθρο,
θεωρείται κάθε χώρος που χρησιμοποιείται για διαβίωση, διαμονή, ακόμη και για
εργασία, που δεν είναι προσιτός σε όλους, στην έννοια δε αυτή εμπίπτει τόσο η
αμιγής, όσο και η μικτή κατοικία, αυτή δηλαδή που χρησιμοποιείται και ως έδρα
της επαγγελματικής δραστηριότητας του ατόμου. Οι εγγυήσεις του ασύλου της
κατοικίας κατά το ισχύον Σύνταγμα, είναι δραστικότερες από εκείνες που παρείχαν
τα Συντάγματα του 1952 και 1968, τα οποία προέβλεπαν κατ' οίκον έρευνα με μόνη
προϋπόθεση την ύπαρξη σχετικού νόμου (τυπικού ή ουσιαστικού), χωρίς να απαιτούν
την παρουσία κατ' αυτήν εκπροσώπου της δικαστικής αρχής. Ειδικότερα με το άρθρο
12 του Συντάγματος του 1952 οριζόταν ότι « Η κατοικία εκάστου είναι άσυλον.
Ουδεμία κατ' οίκον έρευνα ενεργείται, ειμή ότε και όπως ο νόμος διατάσσει. Οι
παραβάται των διατάξεων τούτων τιμωρούνται επί καταχρήσει της εξουσίας της
αρχής, υποχρεούνται δε εις πλήρη αποζημίωσιν του παθόντος και προσέτι εις
ικανοποίησιν αυτού δια χρηματικού ποσού, ως νόμος ορίζει.». Ταυτόσημη ήταν και
η διατύπωση του άρθρου 13 του Συντάγματος του 1968, με το οποίο οριζόταν ότι «
Η κατοικία εκάστου είναι άσυλον. Ουδεμία κατ' οίκον έρευνα ενεργείται ειμή όταν
και όπως ο νόμος ορίζει. 2. Οι παραβάται της ανωτέρω διατάξεως τιμωρούνται επί
παραβιάσει του οικιακού ασύλου, υποχρεούνται δε εις πλήρη αποζημίωσιν του
παθόντος και εις ικανοποίησιν αυτού δια χρηματικού ποσού, ως νόμος ορίζει».
Χρήσιμο είναι να σημειωθεί ότι η πρόβλεψη της παρουσίας εκπροσώπου της
δικαστικής αρχής κατά την κατ' οίκον έρευνα, υπήρχε και στο Σύνταγμα του 1925
(άρθρο 12 ) σύμφωνα με το οποίο αυτή διεξαγόταν «πάντοτε παρούσης της
δικαστικής αρχής».
Έρευνα κατ' οίκον
είναι, είναι η πράξη που ενεργείται από όργανα της δημόσιας αρχής και αποσκοπεί
στην αναζήτηση προσώπων ή αντικειμένων, σε μια κατοικία . Μια τέτοια έρευνα
επιτρέπεται μόνο «όταν και όπως ο νόμος ορίζει» και πάντοτε παρουσία εκπροσώπων
της δικαστικής αρχής. Διατάξεις νόμων που την προβλέπουν, ευρίσκονται
διάσπαρτες στην νομοθεσία. Κυρίως όμως και πρωτίστως περιλαμβάνονται στον Κ.Π.Δ
(άρθρα 253, 254, 255 και 256), χωρίς να παραβλέπεται το ότι και ο Κώδικας
Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 929, αλλά και ο Κ.Ε.Δ.Ε( άρθρο 11 του ΝΔ 356/1974),
προβλέπουν τέτοιου είδους έρευνες στα πλαίσια της αναγκαστικής ή διοικητικής
εκτέλεσης. Έτσι σύμφωνα με το άρθρο 253 του Κ.Π.Δ έρευνα διενεργείται όταν
διεξάγεται ανάκριση για κακούργημα ή πλημμέλημα, στην έννοια της οποίας πρέπει
να συμπεριληφθεί και η προανάκριση, είτε αυτή γίνεται με παραγγελία του
Εισαγγελέα (άρθρο 243 παρ.1Κ.ΠΔ), είτε χωρίς αυτήν (άρθρο 243 παρ.2 Κ.Π.Δ),
όταν μπορεί βάσιμα να υποτεθεί ότι η βεβαίωση του εγκλήματος ή η αποκάλυψη ή η
σύλληψη των δραστών ή τέλος η βεβαίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας που
προκλήθηκε, είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί ή να διευκολυνθεί μόνο με αυτήν,
ενώ το άρθρο 254 του Κ. Π.Δ καθορίζει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες
επιτρέπεται η έρευνα σε κατοικία κατά την διάρκεια της νύκτας. Από την
τελευταία αυτή διάταξη και υπό την ισχύ του άρθρο 9 του Συντάγματος, πρέπει να
θεωρείται σιωπηρά καταργηθέν το τελευταίο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το
οποίο, σε περίπτωση απουσίας δικαστικών λειτουργών, επιτρέπει την κατ' οίκον
έρευνα σε αξιωματικό της αστυνομίας ή της ήδη καταργηθείσης χωροφυλακής, χωρίς
την παρουσία δικαστικού λειτουργού, ενώ για τους ίδιους λόγους καταργηθέν
πρέπει να θεωρείται και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 255, το
οποίο προβλέπει την διενέργεια έρευνας από αξιωματικό η υπαξιωματικό της
χωροφυλακής ή της αστυνομίας πόλεων ( βλ. σχετ. την υπ' αριθμ.4007/1975 Γνωμοδ.
Εισαγγ. Α.Π Νο.Β .23.823). Η παρουσία δικαστικού λειτουργού στις κατ' οίκον
έρευνες, αποτελεί προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ σε όλες τις περιπτώσεις, είτε
πρόκειται περί ερευνών στα πλαίσια ανάκρισης, είτε περί τοιούτων στα πλαίσια
αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, τούτο δε προκύπτει σαφώς από την
αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 9 του Συντάγματος , στο οποίο δεν γίνεται καμία
διάκριση. Συνεπώς οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Κώδικα
Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, νόμων προγενέστερων του ισχύοντος Συντάγματος, που
προβλέπουν την διενέργεια τέτοιου είδους ερευνών, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το
πρίσμα της ως άνω συνταγματικής επιταγής, που απαιτεί αυτές να
πραγματοποιούνται με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής (βλ. σχετ. Π
Δαγτόγλου : Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα: έκδοση 1991 σελίδα 342, Γνωμ.
Εισαγγ. Πρωτ. Πατρών 12/1975 Νο.Β. 23.1116,contra Γνωμ. Εισαγγ. Πρωτ. Πατρών 19/1975
Νο.Β 1117 ).
Στη συνταγματική θεωρία γίνεται δεκτό
ότι λιγότερο επαχθείς περιορισμοί του ασύλου της κατοικίας, οι οποίοι είναι
αναγκαίοι για τον έλεγχο της τηρήσεως του νόμου, όπως οι έλεγχοι και
επιθεωρήσεις που διενεργούνται από όργανα της διοίκησης, με σκοπό την
διαπίστωση της συμμόρφωσης των πολιτών στην κείμενη διοικητική νομοθεσία, στην
έννοια της οποίας υπάγεται και η φορολογική τοιαύτη, δεν εμπίπτουν στο άρθρο 9
παρ.1 εδάφιο 3 του Συντάγματος, η έκφραση του οποίου « καμία έρευνα» , πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά. Διότι
διαφορετικά, κατά την άποψη αυτή, καθίσταται σχεδόν αδύνατη η εποπτεία της
τήρησης της εργατικής, υγειονομικής, φορολογικής κ.λπ νομοθεσίας ( βλ. σχετ. Δαγτόγλου :Ατομικά και
Κοινωνικά Δικαιώματα, έκδοση 1991 σελίδα 344 , Χρυσόγονου Ατομικά και Κοινωνικά
Δικαιώματα: έκδοση 2006, σελίδα 249 Σκουρής -Τάχος, Δίκαιο Δημόσιας Τάξης ,
έκδοση 1990 ,σελίδα 68). Σύμφωνα με την άποψη αυτή, την οποία αποδέχεται και η
υπ' αριθμ. 10/1992 γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του Α.Π. ( βλ αυτήν σε Δικαιοσύνη
33.1532), οι διοικητικές έρευνες συνιστούν εγγενείς περιορισμούς του ατομικού
δικαιώματος του ασύλου και διενεργούνται χωρίς την υποχρεωτική παρουσία
εκπροσώπου της δικαστικής αρχής, ενώ οι έρευνες του άρθρου 9 του Συντάγματος,
αναφέρονται αποκλειστικά στις ανακριτικές τοιαύτες. Η άποψη αυτή , πέραν του
ότι έρχεται σε αντίθεση με τους ενδοιασμούς που εκφράζονται από τους ίδιους
συγγραφείς σχετικά με την νομιμότητα των κατ' οίκον ερευνών στα πλαίσια της
αναγκαστικής ή διοικητικής εκτέλεσης, χωρίς την παρουσία δικαστικών λειτουργών,
κάτι το οποίο αποτελεί παγίως εφαρμοζόμενη πρακτική, όπως και οι ίδιοι
συνομολογούν ( ενθ. ανωτ. ), δεν είναι πειστική. Γιατί αφ' ενός μεν δεν
στηρίζεται στο γράμμα του άρθρου 9 του Συντάγματος, στο οποίο δεν γίνεται καμία
διάκριση μεταξύ ποινικών ή διοικητικών ερευνών, κυρίως όμως και προεχόντως
γιατί δεν εξηγεί πειστικά, γιατί είναι λιγότερο επαχθείς οι περιορισμοί του
οικιακού ασύλου που είναι αναγκαίοι για τον έλεγχο της τήρησης της διοικητικής
νομοθεσίας, ή γιατί το άσυλο της κατοικίας εκείνου ο οποίος είναι ύποπτος
τέλεσης μιας εγκληματικής πράξης, που μπορεί να είναι και ιδιαζόντως ειδεχθής,
ή διώκεται γι' αυτήν (π.χ ενός δολοφόνου η ενός τρομοκράτη), ή έστω εκείνου
κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική ή διοικητική εκτέλεση (ενός δηλαδή
ασυνεπούς οφειλέτη, η οφειλή του οποίου έχει βεβαιωθεί με εκτελεστή δικαστική
απόφαση η εκτελεστή διοικητική πράξη ), πρέπει να προστατεύεται περισσότερο και
πιο αποτελεσματικά από το άσυλο της κατοικίας εκείνου που ελέγχεται απλά και μόνο
για την συμμόρφωσή του ή μη στην διοικητική νομοθεσία. Εάν με την αποδοχή της
άποψης ότι η παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής αρχής είναι υποχρεωτική σε
οποιασδήποτε μορφής έρευνα κατ' οίκον, οδηγούμεθα σε αδυναμία να εποπτεύσουμε
την τήρηση της διοικητικής νομοθεσίας , είναι έργο της νομοθετικής εξουσίας και
δη μιας Αναθεωρητικής Βουλής, να παρέμβει και να επιλύσει το πρόβλημα και όχι
του ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου (εν προκειμένω του Εισαγγελέα), ο
οποίος κάνοντας συσταλτική ερμηνεία της σχετικής Συνταγματικής Διάταξης και
περιορίζοντας το εύρος προστασίας ενός ατομικού δικαιώματος, ευρίσκεται πάντοτε
προ της πιθανότητας αναζήτησης από αυτόν ποινικών ευθυνών, ακόμη και ευθυνών
αποζημίωσης .
Τέλος τα όρια
μεταξύ προληπτικού και κατασταλτικού διοικητικού ελέγχου, ιδιαίτερα στο πεδίο
της φορολογικής νομοθεσίας, είναι εντελώς δυσδιάκριτα. Πράγματι η αθρόα
ποινικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, και η καθιέρωση των φορολογικών
εγκλημάτων ως διαρκώς αυτόφωρων , έχει δημιουργήσει ένα θολό νομικό τοπίο ,
εντός του οποίου ο οποιοσδήποτε έλεγχος αυτού του είδους, μπορεί να προσλάβει
χαρακτήρα ποινικό, με τον εντοπισμό και κατάσχεση πλαστών ή εικονικών
φορολογικών στοιχείων, ανεπίσημων φορολογικών εγγράφων ή και χρημάτων που
μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν προϊόντα εγκλήματος , όπως μη αποδοθέντος
(υπεξαιρεθέντος) Φ. Π.Α. Σε περίπτωση μη επίτευξης διοικητικού συμβιβασμού
(άρθρο 24 παρ.2 του Ν 2523/1997), ο εντοπισμός και η κατάσχεση τέτοιου είδους
στοιχείων, οδηγεί αναπόφευκτα στην υποβολή μηνυτήριας αναφοράς (άρθρο 21 του Ν
2523/1997) κατά του υπαιτίου, οπότε τα στοιχεία αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν
ως αποδεικτικά στοιχεία σε μια ποινική διαδικασία. Για την διασφάλιση συνεπώς
της εγκυρότητάς τους και της δυνατότητας να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμα αποδεικτικά
μέσα (άρθρο 19 του Συντάγματος ), επιβάλλεται οι κατ' οίκον έρευνες που
διενεργούνται στα πλαίσια αυτά, να περιβληθούν με τις ίδιες δικαιοκρατικές
εγγυήσεις που περιβάλλονται και οι ανακριτικές έρευνες, αυτές δηλαδή που
αποσκοπούν στην διακρίβωση της τέλεσης αξιοποίνων πράξεων, περί των οποίων δεν
υπάρχει καμία αμφιβολία ότι διενεργούνται πάντοτε με την παρουσία δικαστικού
λειτουργού .
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά την
γνώμη μας, η παράγραφος 3 του άρθρου 25 του Ν 4174/2013, με την οποία ορίζεται
ότι «.... η Φορολογική Διοίκηση δύναται να διενεργεί επιτόπιο φορολογικό έλεγχο
και εκτός του επίσημου ωραρίου εργασίας εφόσον απαιτείται από το είδος των
δραστηριοτήτων του φορολογούμενου. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται
ειδική μνεία στην εντολή φορολογικού ελέγχου. Η είσοδος στην κατοικία του φορολογούμενου επιτρέπεται μόνο με εντολή του
αρμόδιου Εισαγγελέα.». καθώς και η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του αυτού ως άνω
νόμου, με το οποίο ορίζεται ότι « ο Γενικός Γραμματέας (Δημοσίων Εσόδων) ή τα
νομίμως εξουσιοδοτημένα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης, έχουν το δικαίωμα να
προβαίνουν σε κάθε δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια που αποσκοπεί,
άμεσα ή έμμεσα, στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων, περιλαμβανομένων, μεταξύ
άλλων, της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης του οφειλέτη του Δημοσίου της άσκησης
αγωγής διάρρηξης. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος
άρθρου, ισχύει αναλόγως η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του Κώδικα.», με τις οποίες προβλέπεται η
διενέργεια κατ' οίκον ερευνών από όργανα της φορολογικής διοίκησης, με απλή
εντολή του εισαγγελέα και χωρίς την παρουσία δικαστικού λειτουργού, για οποιονδήποτε
λόγο και αν γίνονται αυτές και οποιονδήποτε σκοπό και αν εξυπηρετούν, κείνται
εκτός του πλαισίου της συνταγματικής μας τάξης .
Αθήνα 13 Οκτωβρίου
2014 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής
Κοινοποίηση :α) κ. Εισαγγελείς Εφετών του Κράτους και δι'
αυτών στους κ.Εισαγγελείς
Πρωτοδικών. β) κ.
Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.
ΠΗΓΗ:www.tovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: