«Σιγή γυναιξί κόσμον φέρει»
Γράφει η Σοφία Χουδαλάκη
Δεν πρόλαβε να ρωτήσει, η μάνα της πετάχτηκε αλαφιασμένη από την κουζίνα και την άρπαξε αγκαλιά…όμως όχι….αυτή δεν ήταν μια κανονική αγκαλιά. Εκείνη τη φορά τα χέρια της μάνας δεν ήταν τρυφερότητα, δεν ήταν καμάρι, ήταν κάλυψη. Μια κρυψώνα που τυλίχτηκε γύρω της για να σκεπάσει από τα βλέμματα το μουσκεμένο φουστάνι.
Από τότε τα κοντά φορεματάκια, που τόσο αγαπούσε, αντικαταστάθηκαν με πιο φαρδιά, πιο μακριά, πιο χοντρά… πιο άβολα, αλλά πιο αποδεκτά ρούχα. Μέχρι που μεγάλωσε πια, καθένα από τα ρούχα της είχε γίνει μια μικρή κρυψώνα του εαυτού της, καθένα και μια σκοτεινή γωνιά που μέσα της στριμώχνονταν κάθε αλλαγή του κορμιού της, όσο εκείνο άφηνε πίσω το παιδί και κάλπαζε ολοταχώς προς τη γυναίκα. Το στήθος της κρυβότανε κάτω από φαρδιά πουκάμισα, οι γοφοί της όσο στρογγύλευαν τόσο πιο μεθοδικά καλύπτονταν μέσα σε χοντρά τζιν παντελόνια ή υπερμεγέθη φούστες.
Όλα ήταν υπό έλεγχο και όλα έχριζαν διόρθωσης. Έπρεπε πια να μάθει να κρύβεται από μια διάχυτη απειλή. Να μην την πουν «γλωσσού», να μην την πουν «ελαφριά», να μην δώσει δικαίωμα σε κανέναν να σχολιάσει το ήθος της…αυτό το ήθος που αποδίδεται σε εκείνη που γελάει μετρημένα, που κοιτάζει χαμηλά, που κινείται αθόρυβα στο περιθώριο της αυλής του σπιτιού, σαν σκιά. Αυτή η κοπέλα που αξίζει τον σεβασμό του κόσμου, όχι επειδή έμαθε να υπάρχει με αξιοπρέπεια, αλλά επειδή έμαθε να μην υπάρχει.
Έτσι μεγάλωνε μέσα από συνεχόμενες, εξαντλητικές ασκήσεις μη ύπαρξης. Το μόνο πολύτιμο που της αναγνώριζαν ήταν αυτή η αξιοπρέπεια που πήγαζε από τη σιωπή και την υπακοή. Μια σιωπή και μια υπακοή που όλοι τη λογάριαζαν και όλοι την αποτιμούσαν.
Ο καθένας ανάλογα με το σύστημά του, άλλοι σε στρέμματα, άλλοι σε λιόδεντρα, άλλοι σε κοινωνική αναγνώριση. Σε κάθε περίπτωση υπήρχε ένας κατάλογος αξιών αντιστρόφως ανάλογων με τη δική της ευτυχία. Αξιών, που την έσπαγαν σε μικρά κομμάτια και την τιμολογούσαν αντιστοίχως για τον κάθε αγοραστή. Ο σύζυγος θα αγόραζε την σιωπηλή, υπάκουη και αμόλυντη μητέρα των παιδιών του. Το αφεντικό θα αγόραζε την σιωπηλή, υπάκουη και ακούραστη εργαζόμενη. Για όλους σιωπηλή και υπάκουη, ιδανική περίπτωση για πάσης φύσεως αφεντικά.
Καμιά φορά, όταν έμενε μόνη της στην αυλή και το βλέμμα της στεκότανε σε εκείνο το λάστιχο για το πότισμα, σκεφτότανε ότι ολόκληρη η ύπαρξή της είχε θαφτεί κάτω από τις μαρμάρινες πλάκες μιας μόνιμης κατάφασης, μέσα σε κάθε «μάλιστα» που εκστόμιζε θυσίαζε και ένα μέρος του εαυτού της…σαν να μην υπήρχε η ίδια πουθενά πια, ούτε στον νου της, ούτε στα χέρια της, ούτε στα μάτια της… παντού κρυμμένη, παντού ξένη…
Έτσι, ξένη μέσα στην αυλή που μεγάλωσε, σηκώθηκε και περπάτησε για τελευταία φορά προς την εξώπορτα. Την ώρα που την άνοιγε άκουσε ξανά τους παλιούς μεντεσέδες να τρίζουν… όχι, δεν ήταν της πόρτας οι μεντεσέδες, ήταν του κόσμου οι μεντεσέδες που έτριξαν όταν εκείνος γύρισε και πάλι στη θέση του.
από imerodromos

Δεν υπάρχουν σχόλια: