Οπλικά συστήματα στην υπηρεσία της δασοπυρόσβεσης

 


Γράφει ο Κώστας Γρίβας

Φέτος, πριν ακόμα μπει το καλοκαίρι, ζήσαμε την καταστροφή από την πυρκαγιά στα Γεράνια Όρη. Οι πυρκαγιές, ωστόσο, είναι ενδημικό φαινόμενο και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ο βαρύς απολογισμός των τελευταίων ετών, εκτός του ότι αναδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες, αναδεικνύει και την άμεση ανάγκη αλλαγής του μέχρι σήμερα εφαρμοζόμενου μοντέλου δασοπυρόσβεσης-αεροπυρόσβεσης στην Ελλάδα.

Επιδεικνύοντας μια μάλλον υπερβάλλουσα επιμονή σε μια φιλοσοφία “κάνουμε ό,τι κάναμε πάντα αφού αυτό λειτουργεί”, οι αρμόδιες υπηρεσίες εφάρμοζαν εδώ και περίπου 40 χρόνια το ίδιο μοντέλο δασοπυρόσβεσης. Την σημερινή εικόνα συνθέτουν αεροπυροσβεστικά μέσα, τα οποία είναι συμπληρωματικά των χερσαίων. Η ανάπτυξη “στρατηγικών” αεροπυροσβεστικών ικανοτήτων θεωρείται από αδύνατη έως ανεπιθύμητη, ενώ περιορισμένη εφαρμογή είχαν βρει νέες τεχνολογίες στους αισθητήρες, τις επικοινωνίες και τη διαχείριση πληροφοριών. Όμως, αυτή δεν είναι η μόνη επιλογή που υπάρχει.

Στο μακρινό 1996 είχα ξεκινήσει να μελετώ τις αντιλήψεις του πληροφοριοκεντρικού (infocentric) και δικτυοκεντρικού (network centric) πολέμου, που τότε είχαν εμφανιστεί στο πλαίσιο της περιβόητης “Επανάστασης στις Στρατιωτικές Υποθέσεις” (RMA). Τότε, είχα έλθει σε επαφή με αρκετά άρθρα και μελέτες που υποστήριζαν ότι οι σχετικές μεθοδολογίες θα μπορούσαν να βρουν εφαρμογές και σε θέματα ασφάλειας. Τονιζόταν μάλιστα ότι ο πατέρας της αντίληψης του Δικτυοκεντρικού Πολέμου (NCW), ναύαρχος Arthur Cebrowski, είχε εμπνευστεί από τον τρόπο λειτουργίας της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης.

Η ομίχλη της μάχης

Με πολύ απλοϊκό τρόπο, οι πληροφοριοκεντρικές επιχειρήσεις μπορούν να οριστούν ως ταχεία απόκτηση της πληροφορίας για το που βρίσκεται ο εχθρός-απειλή, ταχεία μετάδοση αυτής της πληροφορίας και ταχεία αξιοποίηση αυτής της πληροφορίας με την προσβολή του εχθρού-απειλής με σαρωτικά πλήγματα ακριβείας. Οι λέξεις κλειδιά είναι δύο: Πρώτον, “ταχύτητα”, έτσι ώστε να υπάρχει όσο το δυνατόν πιο μικρό χρονικό χάσμα από τη στιγμή που εντοπίζεται η απειλή μέχρι τη στιγμή που προσβάλλεται (sensor–to–shooter loop). Δεύτερον, “σαρωτικό πλήγμα”, δηλαδή η τελική εκμετάλλευση της πληροφορίας πρέπει να γίνεται με μέσα που να επιφέρουν αποφασιστικό πλήγμα στον εχθρό-απειλή. Για τον σκοπό αυτό αναπτύχθηκε μια ευρεία οικογένεια πυρομαχικών προσβολής ακριβείας.

Επίσης, μεγάλη έμφαση δινόταν στο να καταπολεμηθεί η “ομίχλη της μάχης” κατά Κλαούζεβιτς. Δηλαδή, να δημιουργηθεί μια κοινή και ενιαία εικόνα, διαθέσιμη σε όλους τους εμπλεκομένους, όπου θα απεικονίζεται η εξέλιξη των επιχειρήσεων. Κατά τους Αμερικανούς, η εικόνα αυτή πρέπει να ενημερώνει διαρκώς τους πάντες για τρία απλά πράγματα: “που είμαι εγώ, που είναι ο εχθρός, που είναι οι φίλοι μου”, έτσι ώστε να χτυπιέται με ακρίβεια ο εχθρός και να προστατεύονται οι φίλοι.

Για την υλοποίηση απαιτείται ένα πλέγμα αισθητήρων, μέσων συλλογής πληροφοριών, μετάδοσης πληροφοριών, μετατροπής των ακατέργαστων πληροφοριών σε κατανοητά “πακέτα” γνώσης και μέσων αξιοποίησης των πληροφοριών, που θα λειτουργούσαν ως αδιαίρετη ενότητα. Το ακρωνύμιο C4ISR (Command, Control, Communications, Computers, Intelligence, Surveillance & Reconnaissance) εξέφρασε αυτή τη νέα φιλοσοφία. Η χρήση του έγινε της μόδας μια εποχή και εν Ελλάδι, χωρίς ωστόσο να κατανοηθεί πλήρως η φιλοσοφία των πληροφοριοκεντρικών-δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων που τα δίκτυα C4ISR υπηρετούν.

Η πυρκαγιά δεν είναι νοήμων αντίπαλος

Ήδη από τότε, είχαν εμφανιστεί απόψεις ότι παρόμοια πληροφοριοκεντρικά μοντέλα μπορούσαν να επιφέρουν επαναστατικές αλλαγές και σε αποστολές δασοπυρόσβεσης, δεδομένου ότι ο γρήγορος εντοπισμός μιας εστίας φωτιάς και η γρήγορη προσβολή της είναι κρίσιμης σημασίας για τον έλεγχό της. Ακόμη και σε μια “ώριμη” πυρκαγιά, παρόμοιες μεθοδολογίες μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά, τόσο στην κατάσβεση όσο, κυρίως, στη διαχείριση της, έτσι ώστε να αποφευχθούν ανθρώπινες απώλειες και να περιοριστούν οι υλικές ζημιές.

Πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι η πληροφοριοκεντρική-δικτυοκεντρική φιλοσοφία επιχειρήσεων ενδείκνυται περισσότερο για την αντιμετώπιση απειλών όπως οι πυρκαγιές παρά σε έναν πόλεμο. Μια πυρκαγιά μπορεί να είναι εξαιρετικά απρόβλεπτη, αλλά δεν είναι νοήμων αντίπαλος, ενάντια στη ζωντανή βούληση του οποίου πρέπει να μάχεσαι, όπως λέει ο Κλαούζεβιτς, με αποτέλεσμα να προκαλείται η “ομίχλη του πολέμου” και η “τριβή”.

Στον πόλεμο, η ασάφεια είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθεί από τα μέσα συλλογής και διαχείρισης πληροφοριών. Η πυρκαγιά, όμως, δεν έχει ικανότητες κυβερνοπολέμου ή ηλεκτρονικού πολέμου, ώστε να προσβάλει το δίκτυο C4ISR που διαθέτεις. Άρα, μπορείς να χρησιμοποιήσεις σχετικά απλές, φθηνές και εμπορικά διαθέσιμες τεχνολογίες για να το δημιουργήσεις. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια η δημιουργία παρόμοιων δικτύων διευκολύνεται σημαντικά.

Το κόστος αισθητήρων, ρομποτικών συστημάτων, προγραμμάτων πληροφορικής (που θα διαχειρίζονται τις πληροφορίες και θα βγάζουν αλγορίθμους) και όλων των συναφών τεχνολογιών, έχει μειωθεί δραστικά, ενώ η τεχνολογία τους έχει βελτιωθεί. Επιπροσθέτως, οι δομές αυτές θα προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες και σε αλλού, όπως περιβαλλοντολογικό έλεγχο, έλεγχο θαλασσίων συνόρων, αποστολές έρευνας και διάσωσης, ακόμη και υποστήριξης των Ενόπλων Δυνάμεων σε καιρό πολέμου.

Στρατηγικά δασοπυροσβεστικά αεροσκάφη

Όσον αφορά το θέμα της δασοπυρόσβεσης, τα πληροφοριακά αυτά πλέγματα δεν θα προσφέρουν όλες τις δυνατότητές τους, αν δεν υποστηρίζουν μια κατηγορία μέσων, τα οποία θα αξιοποιούν τις πληροφορίες που λαμβάνουν ώστε να προσβάλουν την πυρκαγιά με συντριπτικά πλήγματα. Τα μέσα αυτά είναι τα “στρατηγικά δασοπυροσβεστικά αεροσκάφη”. Αυτά έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν την πυρκαγιά με πολύ μεγαλύτερο όγκο νερού από ότι μπορούν τα αεροσκάφη Canadair C-215 και CL-415 που διαθέτει σήμερα η Πολεμική Αεροπορία.

Η Ελλάδα στο παρελθόν είχε νοικιάσει ρωσικά μεταγωγικά Iliushin Il-76 (κωδική ονομασία τους στο ΝΑΤΟ είναι Candid), τα οποία μπορούν να εξαπολύσουν στη φωτιά 44 τόνους νερού, ενώ τα C-215 και CL-415 μεταφέρουν πέντε τόνους νερού. Κάθε ένα Il-76 μπορεί να σβήσει ένα μέτωπο πυρκαγιάς μήκους περίπου 500 μέτρων και πλάτους 100. Άρα, τέσσερα τέτοια αεροσκάφη θα μπορούσαν να καλύψουν, με μια και μόνη ρίψη, το μήκους περίπου δύο χλμ πύρινο μέτωπο που π.χ. εισέβαλε στο Μάτι.

Στην περίπτωση που δεν θα το καταστείλουν πλήρως, δίνουν την ευκαιρία στις επίγειες δυνάμεις να προσβάλουν τα υπολείμματά του. Ή στη χειρότερη των περιπτώσεων το περιορίζουν και το επιβραδύνουν, έτσι ώστε να μπορέσουν να διαφύγουν οι άνθρωποι που κινδυνεύουν. Βέβαια, τα αεροσκάφη, δεν έτυχαν ενθουσιώδους υποδοχής στην Ελλάδα και παρόλα τα θετικά αποτελέσματα που επέτυχαν σε διάφορες πυρκαγιές, δεν παραγγέλθηκαν ξανά.

Μια προβαλλόμενη αιτία για την απόρριψή τους ήταν η μονότονα επαναλαμβανόμενη (και παντελώς ακατανόητη στον γράφοντα) επωδός, ότι «δεν κάνουν για το ελληνικό ανάγλυφο». Το ίδιο “επιχείρημα” προβάλλεται και ενάντια στο ρωσικό αμφίβιο πυροσβεστικό Beriev Be-200 που κουβαλάει 12 τόνους νερού. Προφανώς, λοιπόν, με βάση αυτήν την αντίληψη, το ελληνικό ανάγλυφο είναι ένα ατελείωτο φαράγγι της Σαμαριάς, μέσα στο οποίο μικρά και ευέλικτα αεροπλάνα θα ρίχνουν μερικούς κουβάδες νερό!

Πρώτο λόγο τα αεροπορικά μέσα

Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι ότι ακριβώς επειδή το ελληνικό ανάγλυφο είναι τόσο πλούσιο και διαφορετικό απαιτεί διάφορα είδη εναέριων μέσων. Τα “στρατηγικά δασοπυροσβεστικά” μπορούν όντως να προσφέρουν τεράστιες υπηρεσίες. Το ελληνικό σύστημα δασοπυρόσβεσης επιδεικνύει, όμως, τα τελευταία χρόνια μια απαξίωση στα μέσα αεροπυρόσβεσης που μπορούν να εξαπολύσουν μεγάλο όγκο νερού ενάντια στη φωτιά. Τέτοιο είναι το θηριώδες ρωσικό ελικόπτερο (κωδική ονομασία ΝΑΤΟ Halo), το οποίο κουβαλούσε 15 τόνους νερό (δηλαδή όσο τρία Canadair).

Η τρέχουσα αντίληψη περί δασοπυρόσβεσης εν Ελλάδι αντιμετωπίζει τα αεροπορικά μέσα ως προέκταση των χερσαίων. Δεν βλέπει, λοιπόν, με καλό μάτι ένα δασοπυροσβεστικό μοντέλο, όπου τον πρώτο λόγο θα τον έχουν “στρατηγικά” αεροπορικά μέσα, με τα χερσαία συστήματα να αποτελούν τα συμπληρώματά τους και όχι το αντίθετο. Όμως, οι αλλεπάλληλες καταστροφές δείχνουν ότι αυτό το μοντέλο τίθεται εν αμφιβόλω.

Οι μηχανισμοί πυρόσβεσης πρέπει να προσαρμόζονται σε αυτό που υπάρχει και όχι σε αυτό που θα έπρεπε, ή θα μπορούσε να υπάρχει. Ένα πληροφοριοκεντρικό σύστημα δίνει έμφαση στην ταχεία αντίδραση και στον αποφασιστικό “βομβαρδισμό” της πυρκαγιάς από αέρος. Επειδή παραλλήλως δημιουργεί μια ενιαία και καθαρή εικόνα των τεκταινομένων, διαθέσιμη σε όλες τις εμπλεκόμενες κρατικές υπηρεσίες, μπορεί να μειώσει αποφασιστικά τις απώλειες και τις καταστροφές.

από slpress

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.