Τα καλύτερα παραμύθια στα ελληνικά!
Το καπέλο της γιαγιάς
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα απομακρυσμένο χωριό ζούσε μια καλοσυνάτη γυναίκα, η γιαγιά Διδώ. Είχε άσπρα μαλλιά, μεγάλα μάτια και ένα γλυκό χαμόγελο που ζέσταινε μονομιάς τις καρδιές των ανθρώπων.
Ζούσε μόνη της, σε ένα μικρό σπιτάκι εξοπλισμένο με όλου του κόσμου τα αγαθά. Είχε τον κήπο της, τον οποίο φρόντιζε καθημερινά. Περιποιούνταν τα όμορφα λουλούδια της και όποτε της το επέτρεπε ο καιρός, φύτευε τα λαχανικά της. Ζούσε ήσυχα, μακριά από το νέφος των μεγαλουπόλεων. Κάθε πρωί, απολάμβανε τον καφέ της στον κήπο εισπνέοντας τον καθαρό αέρα του χωριού.
Η γιαγιά Διδώ, ξεχώριζε για το γλυκό της πρόσωπο, το χαμόγελο που πάντα χάριζε στους άλλους, αλλά και για ένα ψάθινο καπέλο με κόκκινη κορδέλα, που φορούσε πάντα στο κεφάλι της. Δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Στις δουλειές, στους περιπάτους της, στο μεσημεριανό της γεύμα. Μόνο όταν κοιμόταν, το ακουμπούσε ευλαβικά δίπλα στο κομοδίνο της. Ήταν το αγαπημένο της και είχε μεγάλη αξία, γιατί ήταν της δικής της μητέρας.
Το καπέλο, για πολλά χρόνια ήταν η μόνη της συντροφιά. Παρότι είχε 3 πανέμορφους γιούς, ψηλούς σαν τα βουνά η μοναξιά της ήταν μεγάλη. Τους μεγάλωσε με πολύ αγάπη χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ της. Αντιθέτως, έκανε όνειρα για τα παιδιά της.
Ο Βαλέριος, ο Βίκτωρας και ο Βιτώριος είχαν μόλις ένα χρόνο διαφορά μεταξύ τους. Αγαπούσαν την μητέρα τους και όλα αυτά τα χρόνια ήταν δεμένοι σαν γροθιά. Μέχρι που σπούδασαν, έκαναν τις δικιές τους οικογένειες και απομακρύνθηκαν. Ο Βαλέριος, ο μεγαλύτερος ήταν γιατρός, ο Βίκτωρας δικηγόρος και ο Βιτώριος αστυνομικός. Έμεναν σε διαφορετικές πόλεις πολύ μακριά από το χωριό που ζούσε η γιαγιά Διδώ. Την επισκέπτονταν πολύ σπάνια και επειδή δεν είχε ούτε τηλέφωνο, της έστελναν γράμματα.
Γράμματα που η γιαγιά, τα κρατούσε σαν φυλαχτό και τα έκρυβε κάτω από το προσκεφάλι της. Ποτέ της δεν παραπονέθηκε όμως. Πάντα τους έγραφε με αγάπη και τους καθησύχαζε πως όλα πάνε καλά.
Ζούσε με την ελπίδα ότι μια μέρα θα έπαιρνε κάποιο γράμμα από τους γιούς της, που θα της έλεγε ότι έρχονται να την δουν. Οι μέρες όμως, οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν. Η γιαγιά Διδώ έπαιρνε ένα γράμμα από τον καθένα όλο και πιο σπάνια. Η καρδιά της ράγιζε μέρα με την μέρα στην ιδέα ότι μπορεί να μην ξαναέβλεπε τα παιδιά της. Πολλές φορές, προσπάθησε να τους επισκεφθεί η ίδια όμως αυτό ήταν αδύνατο. Το χωριό ήταν τόσο απομακρυσμένο από τον πολιτισμό. Είχε μόλις 20 κατοίκους και δεν υπήρχε η δυνατότητα να μετακινηθεί κανείς παρά μόνο με αυτοκίνητο.
Μια μέρα λοιπόν, ενώ απολάμβανε τον πρωινό καφέ της άκουσε μια φωνή από μακριά.
-Διδωωωώ, Διδωωωώ τρέξε έχεις γράμμα από τον γιο σου!
Ήταν ο ταχυδρόμος του χωριού, ο περιβόητος μαστροχαλαστής Γιώργης που το πρωί μοίραζε γράμματα και το βράδυ παρίστανε τον ηλεκτρολόγο.
-Τι φωνάζεις έτσι Mαστρο-Γιώργη, μας ξεκούφανες.
-Γράμμα από το γιό σου έχεις και δεν θα φωνάξω; Τόσο σπάνια σου στέλνουν γράμματα τα παιδιά σου. Αυτό είναι ένα μεγάλο γεγονός. Πρέπει να το γιορτάσουμε.
Η γιαγιά, ένιωσε ένα φτερούγισμα ανυπομονησίας στην καρδιά της. Ήταν άραγε το πολυπόθητο γράμμα που ήλπιζε τόσα χρόνια;
Προσπάθησε να φανεί ψύχραιμη και αμέσως αποκρίθηκε στον ταχυδρόμο.
-Πάλι ευκαιρία για κρασί ψάχνεις; Απορώ με εσένα.
-Και γιατί να μην πιώ; Όλη μέρα κουράζομαι. Δεν έχω δικαίωμα να απολαύσω και εγώ ένα ποτηράκι κρασί; Κάνει καλό και στην καρδιά άλλωστε, είπε εκείνος.
-Από τι να κουραστείς καημένε μου; είπε γελώντας η γιαγιά. Οι άνθρωποι σε αυτό το χωριό ήμαστε μετρημένοι στα δάχτυλα, σιγά τα γράμματα που έχεις να μοιράσεις.
-Μόνο τα γράμματα λογαριάζεις εσύ; είπε με αυστηρό ύφος ο Mαστρο-Γιώργης. Ξεχνάς μου φαίνεται ότι είμαι και ηλεκτρολόγος.
- Σωστά! Πως θα μπορούσα να το ξεχάσω. Αυτό που εσύ όμως δεν θυμάσαι είναι ότι στο χωριό δεν έχουμε ούτε τηλέφωνο, ούτε τηλεόραση ούτε καλά καλά έναν θερμοσίφωνα βρε αδερφέ. Άρα τι φτιάχνεις όλη μέρα; Καλά σε λένε μαστροχαλαστή. Άντε φέρε μου τώρα το γράμμα και άσε τα κρασιά κατά μέρος, είπε η γιαγιά.
-Ουφ! Πολύ μυστήρια είσαι Διδώ. Ορίστε πάρε το γράμμα σου. Εύχομαι να είναι για καλό. Καλή σου μέρα, φεύγω, είπε με σκυθρωπό πρόσωπο ο ταχυδρόμος.
-Περίμενε παραπονιάρη. Τόσο κόπο έκανες και δεν θα σε ανταμείψω; Έλα εδώ. Μπες μέσα στο μπαξέ μου και κόψε μια σακούλα φρούτα και λαχανικά. Πάρε ότι θέλεις, είπε καλοσυνάτα η γιαγιά.
-Είσαι εσύ μια! Κανείς δεν σε φτάνει. Σε ευχαριστώ πολύ, αποκρίθηκε εκείνος.
Ο Μαστρο-Γιώργης, μπήκε στον κήπο και αφού έκοψε τα λαχανικά και τα φρούτα έφυγε. Η γιαγιά, αμέσως μπήκε στο σπίτι ακούμπησε για λίγο το καπέλο της στο τραπέζι, φόρεσε τα γυαλιά της και άνοιξε αμέσως το γράμμα. Ήταν από τον γιο της τον Βαλέριο.
Πριν καν αρχίζει να το διαβάζει, έψαχνε να βρει με κεφαλαία γράμματα την λέξη έρχομαι. Κοίταξε, ξανακοίταξε τίποτα. Πουθενά αυτή η ριμάδα λέξη. Της έγραφε τις ιατρικές του περιπέτειες. Στο τέλος, έκλεισε το γράμμα με την φράση “Μου λείπεις μητέρα, σ’ αγαπώ”. Και τι δεν θα έδινε για να ακούσει αυτό το σ αγαπώ από κοντά. Όχι μόνο από εκείνον αλλά και από τους τρείς. Έκλεισε για λίγο τα μάτια της και ταξίδεψε στις σκέψεις της. Ήθελε να τα ανοίξει και να τους δει μπροστά της, με κοντά παντελονάκια και γδαρμένα γόνατα από το παιχνίδι, όπως τότε που ήταν μικρά και έκαναν κάποια ζαβολιά.
Ανοίγοντάς τα, δεν είδε τίποτα παρά μόνο μια κατσαρόλα με νερό που έβραζε και την καλούσε να πάει. Μηχανικά περπάτησε μέχρι εκεί, και την έβγαλε από την φωτιά. Δάκρυα κύλησαν στα μάτια της. Πήρε το καπέλο της και πήγε να ξαπλώσει. Στριφογύριζε σαν ανεμοστρόβιλος στο κρεβάτι. Αυτή την φορά τίποτα δεν θα είναι ίδιο, έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της. Εγώ θα το ακούσω αυτό το σ αγαπώ, ο κόσμος να χαλάσει. Πέρασε όλη την ημέρα στο κρεβάτι. Σκεπτόταν τι να κάνει. Έψαχνε να βρει μια λύση. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, τα μάτια της βάρυναν, χάιδεψε για λίγο την κορδέλα του καπέλου της και έπειτα αποκοιμήθηκε.
Ξύπνησε πολύ νωρίς το επόμενο πρωί, σχεδόν αχάραγα. Χωρίς να χάσει λεπτό, άνοιξε το συρτάρι με τα πράγματα της και έβγαλε μια κόλλα χαρτί με ένα μολύβι. Φόρεσε τα γυαλιά της και ξεκίνησε να γράφει…
“Αγαπημένο μου παιδί,
Ελπίζω να είσαι καλά στην υγεία σου και να τρως. Έχω καιρό να λάβω γράμμα σου και ανησυχώ. Αυτή την φορά δεν θα σου γράψω για τα μυρωδάτα μου λουλούδια και τα ολόφρεσκα λαχανικά που έχω στον κήπο μου αλλά για κάτι πιο σοβαρό. Εδώ και μέρες δεν είμαι πολύ καλά στην υγεία μου. Η αναπνοή μου έχει βαρύνει αρκετά και δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεβάτι. Πονάνε τα κόκαλα μου και δεν έχω όρεξη να φάω. Το πρωινό ξύπνημα έχει γίνει μαρτύριο. Ο γιατρός της περιοχής έχει μέρες να περάσει και ο Μαστρο-Γιώργης, ο ταχυδρόμος δεν τον βρίσκει πουθενά. Μάλλον με βρήκε αυτή η ριμάδα η πνευμονία. Είναι ανάγκη να έρθεις από εδώ γιατί συμβαίνει και κάτι άλλο…
Έγραψε το ίδιο γράμμα και στους τρεις γιούς της. Τα έβαλε σε φάκελο και τα έκλεισε. Έπειτα, πήρε τον δρόμο για το σπίτι του Μαστρο-Γιώργη. Ήταν περίπου η ώρα που ξεκινούσε να μοιράσει τα γράμματα στο χωριό. Όσα είχε δηλαδή. Διέσχισε την μικρή πλατεία του χωριού. Στο τέλος του δρόμου, ήταν το καφενείο το οποίο μόλις άνοιγε και ο καφετζής έβγαζε τις καρέκλες του στο πλακόστρωτο. Από εκεί, πέρασε η γιαγιά και τον καλημέρισε.
-Γεια σου Διδώ. Πρωινή πρωινή σήμερα. Για που το έβαλες; Έλα να σου ψήσω ένα καφεδάκι, της είπε με χαμόγελο.
-Όχι σε ευχαριστώ, είμαι βιαστική. Πάω στο σπίτι του Μαστρο-Γιώργη, έχω γράμματα να του δώσω, αποκρίθηκε.
- Και άμα σου ανοίξει να μου τρυπήσεις την μύτη. Εχθές ήταν εδώ μέχρι αργά και έπινε κρασί. Τα μεσάνυχτα έφυγε. Δεν νομίζω να έχει συνέλθει από το μεθύσι, είπε γελώντας ο καφετζής.
-Τον χρειάζομαι οπωσδήποτε. Σε αφήνω φεύγω, είπε η γιαγιά και άρχισε να τρέχει σαν ελάφι.
Φτάνοντας στο σπίτι του Μαστρο-Γιώργη, είδε κλειστά τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού του. Σίγουρα δεν είχε συνέλθει. Όχι γράμματα ούτε πως τον λένε δεν θα θυμόταν, σκέφτηκε. Χτύπησε δυνατά την πόρτα, φωνάζοντας τον.
Ξάφνου, ξεπρόβαλλε ο ταχυδρόμος με σηκωμένα τα μπατζάκια της πιτζάμας του και τα μαλλιά ανακατεμένα από τον ύπνο.
Διαβάστε την συνέχεια στο paidika-paramythia




Δεν υπάρχουν σχόλια: