Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ


Γράφει η Χρυσαλλίδα

Για να θυμόμαστε τον Όργουελ…

Kάποτε, τα πολύ παλιά χρόνια, στην αρχαία εποχή, είχανε δημοκρατία και τα ζώα. Βέβαια Σε κείνη την παλιά εποχή λοιπόν…


Ήταν πρωί και η μερα ξεκινουσε στη στάνη. -Μπέεε, μπεεε, μη σπρώχνεις ντε, είναι δική μου σειρά… Τι σειρά και κουραφέξαλα, τού'ριξε μια κουτουλιά ο άλλος που… τι να σου πω…

Πρόβατα, προβατάκια, προβατάρες, βγαίναν έξω για βοσκή. Άλλα ακολουθούσαν τον Kουβαρντά, άλλα τον Μάγκα, και άλλα τον Αχτύπητο. Μερικά δεν ξέραν προς τα πού να τραβήξουν. Κάθονταν, πώς να πούμε, έτσι, εκεί στη μέση.

Η ατμόσφαιρα στη στάνη ήταν τεταμμένη τον τελευταίο καιρό. Μετά τη σφαγή του Μέγα Κριού δεν είχανε καταφέρει να βγάλουν νέο καθοδηγητή. Και τα πράγματα σκουραίνανε. Οι λύκοι ήταν κάθε μέρα και πιο κοντά, οι άνθρωποι όλο και περισσότερο κρεατοφάγοι. Θα έπρεπε να αποφασίσουνε γρήγορα, κόντευε χειμώνας και δίχως καλό αρχηγό και καλή στρατηγική δεν θα τα βγάζανε πέρα. Ή θα τρωγόντουσαν μεταξύ τους ή θα τους εξολόθρευαν σιγά σιγά οι απ'έξω.

- « … και να που η ώρα ήρθε… μπεεεε », ακούστηκε μια δυνατή φωνή, γυρίσανε όλοι και είδαν τον Κουβαρντά να'χει ανεβεί σ'ένα κούτσουρο και να βελάζει έναν λόγο. « … για τον πιο έμπιστο και τον πιο ικανό, για αυτόν που θα απομακρύνει την απειλή, για αυτόν που θα εγγυηθεί ένα μεγάλο πράσινο λιβάδι για όλους, απαλλαγμένο από κινδύνους και πάντα εύφορο… μπεεεε ». Καλά τα λέει, ψηθύριζαν τα άλλα από κάτω. Μπεεε από δω, μπεεε από κει, κούνημα των κεφαλιών πάνω κάτω και χειροκροτήματα.

Είχε καιρό να βρέξει και το ξερό χορτάρι δεν ήταν το ίδιο νόστιμο με το πράσινο. Από τότε που είχε φύγει και ο τελευταίος βοσκός δεν ταξιδεύανε πια πάνω στα βουνά για δροσιά. Χειμώνα καλοκαίρι εκεί κάτω στον κάμπο τη βγάζανε, αφημένα στη μοίρα τους. Και η αλήθεια είναι ότι η υποσχέσεις του Κουβαρντά --« ένα μεγάλο πράσινο λιβάδι για όλους »-- τους έκαναν να τρελλαίνονται από τη χαρά τους. Πού θα το έβρισκε άραγε… « Ααα, Κουβαρντάς λέγεται, αυτός ξέρει » λέγανε.

Και να που τώρα είχε ανέβει στο κούτσουρο ο Μάγκας. Αυτός βέλαζε από τα ρουθούνια, η φωνή του ήταν χαρακτηριστική, δεν τον μπέρδευες με άλλον. « Νμπεεε, νμπεε… οι μέρες είναι δύσκολες και οι κουβαρντοσύνες ας μένουν, σε αυτόν τον κόσμο μονάχα η μαγκιά μετράει. Ο αρχηγός πρέπει να είναι άσσος στην πονηριά και να εξαπατά λύκους και ανθρώπους, να τους στήνει παγίδες. Μόνο έτσι θα έχουμε την ησυχία μας και θα ζήσουμε σαν άνθρωποι, νμπεεε, συγνώμη, σαν πρόβατα ήθελα να πώ... ». Οι από κάτω κούναγαν τα κεφάλια, βέλαζαν « ζήτω » και  χειροκροτούσαν χτυπώντας την οπλή του δεξιού ποδιού τους στο έδαφος. Καλός και ο Μάγκας, καλός…

Ο Αχτύπητος ανέβηκε στο κούτσουρο αμέσως μετά. Και το πρώτο που έκανε ήταν να πει πως είχε μεγαλύτερα κέρατα από τους άλλους και πως θα χτύπαγε τον λύκο κατά μέτωπο, εδώ στο δόξα πατρί, αν τολμούσε να πλησιάσει. Τους είπε πως θα έφτιαχνε σχολή κερατομαχίας για τις νέες γενιές και πως το μυστικό βρισκόταν στο να μετεξεληχθούν τα πρόβατα σε ζώα μαχητικά. Καταδίκασε τις εγκληματικές ορέξεις των λύκων, την λιχουδιά των ανθρώπων και μίλησε για την ανέγερση ενός τείχους γύρω από τον κάμπο. Τα βελάσματα ήταν εντυπωσιακά, τα χειροκροτήματα επίσης και η ψιλοκουβέντα άναψε στο ακροατήριο ενώ συγχρόνως οι ακροατές μυρικάζανε τα όσα ξεροχόρταρα είχαν προλάβει να βάλουν στο στόμα τους από πριν. - « Καλός αυτός, αλλά και ο προηγούμενος καλός και ο πρώτος επίσης, μπεεεε » - « Ποιόν να διαλέξουμε ; »

Αυτό γινόταν κάθε μέρα, εδώ και πολλές πολλές μέρες, και ο καιρός περνούσε, έτσι. Τα πρόβατα ακούγανε και ξανακούγανε και οι υποψήφιοι λέγανε και ξαναλέγανε. Ένα φαινόταν να είναι ξεκάθαρο, όποιον από τους τρεις και να διαλέγανε θα νοιαζόταν για την ασφάλειά και την καλοπέρασή τους. Και οι τρείς είχαν κρεμασμένο στο λαιμό ένα δόντι, δόντι λύκου λέει, που έδειχνε πως ήταν γενναίοι και ικανοί. Αντάξιοι του Μέγα Κριού ; μπα, θα μου πείτε… αλλά τα πρόβατα, ευτυχώς, δεν έχουν μνήμη, τον είχαν ξεχάσει την επομένη της σφαγής και τώρα όλα τους φαίνονταν μια χαρά.

Όμως κάτι παράξενο συνέβαινε, κάθε μέρα που περνούσε όλο και λιγόστευαν τα πρόβατα, κάποιο απο αυτά έλειπε κι όμως δεν είχε ακουστεί ούτε ένα βέλασμα, δεν είχαν δει ούτε μια σταγόνα αίμα. Κανένα δράμα, καμία επίθεση. Μυστήριο.

Ένα βράδυ με φεγγάρι, με πανσέληνο δηλαδή, κάποιος είδε την πίσω πόρτα της στάνης να ανοίγει. Πήγε να δει και… στο βάθος του μονοπατιού ένας από τους δικούς τους, ο Κουβαρντάς, ναι, αυτός, είχε πιάσει ψιλοκουβέντα με ένα δίποδο, ναι, μάλιστα. Ύστερα το δίποδο αυτό, άνθρωπος μάλλον,τον χάιδεψε και κάτι του πέρασε στο λαιμό.

Την άλλη μέρα έλειπε το παιδάκι μιας προβατίνας. « Ε, να, θα χάθηκε» της είπανε… Το έκλαψε η καημένη αλλά όπως είπαμε ευτυχώς που η μνήμη τους ήταν αδύναμη.

- « Το βράδυ μην κοιμηθείς, μόνο έλα μαζί μου να σου δείξω κάτι » είπε ένα από τα άσπρα πρόβατα σ' ένα παρδαλό. Έτσι κι έγινε. Τα δυο προβατάκια παραφυλάξανε στην πίσω πόρτα που άνοιξε πάλι μες τη νύχτα, και είδαν… τι είδαν λέτε ; έναν δικό τους στο βάθος του μονοπατιού να δίνει κάτι σε δυο μεγάλους λύκους τούτη τη φορά. Δεν ήταν ο Κουβαρντάς… ήταν ο Αχτύπητος.

Την άλλη μέρα όλοι ψάχνανε ένα μαύρο προβατάκι, το έβδομο από την αδέλφια του ασπρούλη αλλά δεν το βρήκε κανείς.

Το τρίτο βράδυ ήταν τρεις αυτοί που παραφύλαγαν στο πορτόνι και είδαν πάλι την ίδια σκηνή, δεν ήταν ο Αχτύπητος ούτε ο Κουβαρντάς αλλά ο Μάγκας τούτη τη φορά κάτι έτρωγε μαζί τρεις λύκους, ωχ μανούλα μου !

« Χάθηκε και η ξαδέρφη μου ! » βέλαξε μια σγουρομάλλα ξεδοντιάρα προβατίνα το άλλο πρωί, « να έχασε κι αυτή το δρόμο ; ».

Διάφορες φήμες άρχισαν να διαδίδονται, έπεσε μεγάλη σύχγυση στο μαντρί, κανένας δεν μίλαγε ξεκάθαρα, από φόβο, άρχισαν όμως να κοιτάζουν ο ένας το άλλον στραβά. Στο μεταξύ οι λόγοι και οι ρητορείες συνέχιζαν και νάσου ο Κουβαρντάς που υποσχότανε ένα πράσινο λιβάδι για όλους, νασου ο Μάγκας με τις μαγκές του, νάσου ο Αχτύπητος με τις φοβέρες του. Τώρα ο καθένας τους είχε κρεμασμένα στο λαιμό δυο, τρία ή και τέσσερα δόντια, λύκων λέει, ως απόδειξη των μαχών που δίνανε τα βράδια, λέει…

Τα πρόβατα κοιτάζονταν μεταξύ τους ύστερα βόσκαγαν, χασμουριόντουσαν και πέφτανε για ύπνο, αγκαλιασμένα το ένα με το άλλο γιατί η αλήθεια είναι ότι τους είχε πιάσει φόβος μη χαθεί πάλι κανένας τους.

Μια μέρα, όταν το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά, και οι βροχές ήταν συχνές πυκνές ακούστηκε στη στάνη πως ένας νέος υποψήφιος αρχηγός θα ερχόταν. Ζήτωωωω… μπεεεε φώναξαν όλοι, να μια νέα ελπίδα, να κάτι ενδιαφέρον, κάτι που ξεφεύγει από τα καθημερινά από τα όσα μέχρι τώρα ήξεραν. Τον περίμεναν, του άνοιξαν δρόμο, και
« Νάτος, νάτος, δείτε τον… »
« Μπα, σαν περίεργος είναι, τι μουσούδα είναι αυτή ; »
« Τί τρίχωμα ; γκρίζο και ίσιο ; »
« Τί αυτιά ; ορθια ; »
« Μα αυτός δεν είναι σαν κι εμάς… »

Πριν προλάβουν να βγάλουν άκρη ο καινούριος ήταν πάνω στο κούτσουρο και μιλούσε κιόλας.
- Σας ευχαριστώ για τη θερμή σας υποδοχή… και θα δείτε ότι δε θα σας απογοητεύσω. Μη φοβάστε τη μουσούδα μου, μπορεί να ονομάζομαι Λυκούδης αλλά στην καρδιά είμαι πρόβατο σαν κι εσάς. Η ιστορία μου είναι δραματική, και ετοιμαστείτε για δάκρια. Οι γονείς μου με εγκατέλειψαν μόνο και απροστάτευτο στο βουνό στη γέννησή μου και αν δεν με είχαν φροντίσει δυο προβατίνες θα ήμουν σήμερα νεκρός.

- « Άκουσες Κούλα ; μού'ρχονται τα δάκρια… » είπε μια σγουρομάλλα μελαχροινή σε μια καστανή
- « Ναι, Μπούλα, κι εμένα, βρε τον καημένο, μπεεε… »
- « … Για αυτό κι έχω αφιερώσει τη ζωή μου στο να πηγαίνω από στάνη σε στάνη και να προστατεύω τους μοναδικούς μου φίλους, τα πρόβατα, ενάντια στους βιολογικούς προγόνους μου, και τωρινούς εχθρούς μου, τους λύκους… και μπλα μπλα μπλα… » συνέχισε το νεαρό λυκόπουλο.

Τους έδειξε πώς είχε στοργγυλέψει τα δόντια του και πώς είχε κόψει τα νύχια του, πώς ήταν ακίνδυνος. Τους είπε επίσης ότι ήξερε όλα τα μυστικά των λύκων και για αυτό θα τους προστάτευε αποτελεσματικότερα. Όσο για τους ανθρώπους, μόλις θα με βλέπουν θα κόβουν πέρα για πέρα, πρόσθεσε.

« Τι είναι αυτά που λέει ωρέ ; Δηλαδή τούτος εδώ θέλει να βάλουμε λύκο στο 4 μαντρί ; » ακούστηκε βροντερά το γέρικο βέλασμα του μεγαλύτερου σε ηλικία κριού, του αποκαλούμενου Προπάππου, που ήταν παλιιά στην αντίσταση και είχε δει στη ζωή του μάχες και μάχες.

- « … Μη με διακόπτετε σας παρακαλώ. Και μην έχετε προκαταλήψεις. Πρέπει να σας ανοίξω τα μάτια. Όλοι νομίζετε, είμαι σίγουρος για αυτό, ότι τα πρόβατα δεν μπορεί παρά να προστατεύονται από τους εξωτερικά ομοίους τους, δηλαδή όσους παρουσιάζουν σγουρόμαλλο τρίχωμα, κρεμαστά αυτιά και κάνουν μπεεε, αλλά… προσοχή, προσοχή η εξωτερική εμφάνιση δυστυχώς είναι πολλές φορές απατηλή… »

- « Τι λέει αυτός, Μπούλα ; »
- « Πού να ξέρω, Κούλα. Δεν καταλαβαίνω, μπεεεε… »

Το ακροατήριο άρχισε να βελάζει. Ένδειξη ότι κανείς δεν άκουγε. Ο ομιλητής συνέχιζε όμως με ξαναμένο βλέμμα και δεν σκόπευε να κατέβει από το κούτσουρο.

- « …Ξέρετε, αγαθά και αγνά προβατάκια, τι γίνεται έξω από το μαντρί κατά τις βραδυνές ώρες ; »

Μπεεε, μπούυυ, μπαααα… ακούγονται από κάτω χάχανα και ψιλοκουβεντούλες

- « … ξέρετε πως εδώ μέσα, ας μην λέω ονόματα, οι διάφοροι που περνιούνται για έξυπνοι και για υποψήφιοι αρχηγοί είναι μπλεγμένοι σε σκοτεινές υποθέσεις ; οτι σας παίζουν άσχημο παιχνίδι ; »

Μπουου…, μπεεε, μπιιιι, ακούστηκε ακόμα πιο δυνατά από κάτω η ομύγυρη και τώρα πια η φασαρία ήταν τόση που ο ομιλητής δεν μπορούσε πια να συνεχίσει.

- « Ωξω από δω ρε, βαλτός είναι, μην τον πιστεύετε… Πράκτορας ! » Ξεπετάχτηκε από πίσω ο Κουβαρντάς, που τόση ώρα ήταν άφαντος.
- « Επιτεθείτε του, πετάξτε τον έξω !Ακούστηκε ξαφνικά από πίσω η χαρακτηριστική φωνή του Μάγκα που χτυπούσε τις δυο οπλές του στο έδαφος ».

Και ο Αχτύπητος, που πετάχτηκε κι αυτός τώρα μπροστά απείλησε πως θα του χώσει τα κέρατα στην κοιλιά.

Η αναστάτωση ήταν τόσο μεγάλη που ένα σύννεφο σκόνης τους κάλυψε όλους κι όταν πια καταλάγιασε, η ομύγυρη είχε σκορπίσει, βράδιαζε και οι πιο πολλοί είχαν ήδη μαζευτεί μέσα στο μαντρί.

Ήταν η νύστα ή ο φόβος που έκανε να βυθιστούν εκείνη τη νύχτα όλοι ανεξαιρέτως σε έναν βαθύ ύπνο ;
- Τι ήταν ολα αυτα σημερα μαμά ; ρωτούσαν κάτι νεαρά ξαπλωμένα στα σκοτεινά.
- Ω, τίποτα παιδάκια μου, να ένας κακός, με το όνομα Λυκούδης, πέρασε από δω και είπε άσχημα πράγματα και μας κορόιδεψε για να τονε βάλουμε μέσα εδώ στη στάνη.
Οι καλοί και γενναίοι δικοί μας όμως, απομάκρυναν τον κίνδυνο και…

Εκείνη την ώρα ακούστηκε ένα τρίξιμο. Ύστερα κι άλλο. Από τη μισάνοιχτη πόρτα μπήκε μια αχτίδα από το φως του φεγγαριού.
- … και ;;;
- … και όλα τέλειωσαν καλά, και η ζωή μας εδώ συνεχίζει ήρεμη κι ευτυχισμένη.
Η κοκαλιάρα Κοντύλω τελείωσε την ιστορία της κάπως αναστατωμένη με αυτούς τους θορύβους. Σαν είχαν αποκοιμηθεί όλοι, αυτή έμεινε ξάγρυπνη κι ανοιγόκλεινε πότε το ένα μάτι και το άλλο. Ήταν έτοιμη να μπήξει ένα τρελλό βέλασμα και να αναστατώσει όλη τη στάνη όταν τη στιγμή που άνοιξε το ένα μάτι είδε δίπλα της, ακριβώς δίπλα της έναν… ένα ψηλό ψηλό δίποδο να ψηθυρίζει κάτι στο αυτί ενός κριού και να του δείχνει κάτι με το χέρι. Κρατήθηκε μετά βίας, κατάπιε την προβατίσια γλώσσα της και προσπάθησε να κάνει την κοιμισμένη μέχρι το τέλος. Όταν ξανάνοιξε το μάτι τους είδε και τους δυο κοντά στην πόρτα. Ο κριός ήταν ο Μάγκας, για αυτό ήταν σίγουρη… Εκλεισε τα ματια, όπως έκαναν και τόσοι άλλοι, καλύτερα να μην βλέπει για να μπορεί να πιστεύει πως όλα πάνε καλά.

Την άλλη μέρα το πρωί :

 - « Μπεεε, μπεεε, κάνε στην άκρη να περάσω… » σπρώχνονταν όλοι και στοιβάζονταν στην πόρτα. Ήταν η μέρα των εκλογών. Οι τρεις υποψηφιοι είχαν στηθεί στη σειρά με τις μπουκλες τους καλοχτενισμένες και τα περιδέραια με τα τόσα δόντια (λυκίσια λέει), και περίμεναν.
- « Μπέεε, πού είναι τα παιδιά της Κοντύλως ; Που χάθηκαν ; » ξεπετάχτηκε βελάζοντας γοερά ένας μικρός. « Το βράδυ όταν μαζευτήκαμε ήταν μαζί μας, μή μας πείτε πάλι πως χάσανε το δρόμο… »
Φασαρία ξέσπασε στο ακροατήριο.
 - Ας μη χάνουμε χρόνο με τέτοια, σήμερα είναι η γιορτή της δημοκρατίας, μέρα εκλογών, είπαν με μια φωνή οι τρεις υποψήφιοι.

Τα πρόβατα τα είχαν χαμένα, γύριζαν τα κεφάλια τους από δω κι από κει. Και ξαφνικά στον απέναντι βράχο φάνηκε καμαρωτός ο άλλος, ο Λυκούδης και όλοι στρέψανε τα κεφάλια τους προς τα εκεί. Γκρίζος, μικρόσωμος κι ευκίνητος, πέρασε από πέτρα σε πέτρα και πλησίασε.

- Ουστ… Λυκόπουλο δεν ξαναπερνάει από δω, θηρείο δεν μπαίνει ανάμεσά μας, βρόντιξε η γέρικη φωνή του Προπάππου ο οποίος σαν να είχε ξαναβρει τις δυνάμεις του και πετάχτηκε να αντισταθεί, σαν τον παλιό καλό καιρό. Έκανε όμως δυο βήματα κι ύστερα σωριάστηκε κάτω ξερός…

- Διώξτε αυτόν τον λύκο, είναι εχθρός μας, όλοι εναντίον του !! ακούστηκαν τα βελασματα των άλλων υποψηφίων αρχηγών.

Όμως η μάζα των προβάτων είχε ήδη πλησιάσει προς το μέρος του τετάρτου υποψηφίου και τον κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια με τρόμο αλλά και σαν υπνωτισμένη μαζί. …

Ως εδώ μπόρεσαν οι ζωολόγοι να ανασκευάσουν την ιστορία του χαμένου αυτού είδους, των δημοκρατικών προβάτων. Το πώς αυτό το είδος εξέλειψε οριστικά από τον πλανήτη ακόμα δεν το έχουν καταλάβει.

Κάποιοι λένε ότι εκείνη η μέρα ήταν ιστορική στα χρονικά των προβάτων, εφόσον για πρώτη φορά με την συγκατάθεση της μεγάλης πλειοψηφίας του μαντριού 6 εκλέξανε για αρχηγό τους ένα λυκόπουλο. Ήταν μια συμφορά, η αρχή του τέλους, συνόνυμο της απόλυτης καταστροφής, λένε, και άλλα τέτοια.

Κάποιοι άλλοι όμως υποστηρίζουν ότι αυτό ακριβώς ήταν που δεν έγινε και ήταν το μοιραίο λάθος που το πλήρωσαν με τον παντελή αφανισμό τους. Ο ανόητος τρόμος τους για τον άκακο Λυκούδη τους έκανε να βουλώσουν τα αυτιά τους, να κλείσουν τα μάτια τους και έσπρωξε να βγάλουν για αρχηγό μια τον έναν και μια τον άλλον τους τρεις κριούς. Κι αφού κυβέρνησε ο κάθενας με τη σειρά του και οι αποδεκατισμοί και οι εξαφανήσεις συνεχίζονταν, όταν πια το μαντρί είχε γίνει για τα καλά ένα ξέφραγο αμπέλι όπου λύκοι και δίποδα σφάζανε και κόβανε και όπου Κουβαρντάς, Μάγκας και Αχτύπητος τρώγανε κι αυτοί από τις ίδιες σάρκες, τότε κατάλαβαν, τα λιγοστά πρόβατα που απόμειναν, και που δεν κλείνανε πια μάτι ούτε τη νύχτα ούτε τη μέρα, πως για να είσαι πρόβατο δεν φτάνει μόνο η προβιά.


Χρυσαλλίδα Νίκαια 5. 5. 17

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου