Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Δώστε μεγάλη προσοχή: Έρχεται και το ένοπλο 4ο ράϊχ;;; Η Γερμανία δημιουργεί αθόρυβα ευρωπαϊκό στρατό υπό την διοίκησή της


Το Βερολίνο χρησιμοποιεί ένα ουδέτερο όνομα για να αποκρύψει τη δραματική αλλαγή που χαρακτηρίζει την προσέγγισή του στο ζήτημα της άμυνας: ενσωμάτωση ταξιαρχιών από μικρότερες χώρες στη Bundeswehr.


Της Elisabeth Braw
Μετάφραση: Γεώργιος Αναγνώστου

Κάθε λίγα χρόνια, η ιδέα της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού στρατού αναφέρεται στις ειδήσεις προκαλώντας διαφωνίες. Το περιεχόμενό της αποτελεί τόσο φαντασία όσο και φόβητρο: Οι φεντεραλιστές των Βρυξελλών θεωρούν ότι μια κοινή αμυντική δύναμη είναι αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη για να ενισχύσει τη θέση της στον κόσμο. Όμως, στο Λονδίνο και αλλού υπάρχουν αυτοί που αποστρέφονται την ιδέα ενός δυνητικού αντιπάλου του NATO.Ωστόσο φέτος, μακριά από τα πρωτοσέλιδα, η Γερμανία και δύο από τους Ευρωπαίους συμμάχους της, η Τσεχική Δημοκρατία και η Ρουμανία, πραγματοποίησαν αθόρυβα ένα ριζικό βήμα προς τη δημιουργία κάτι που μοιάζει με ευρωπαϊκό στρατό, αποφεύγοντας παράλληλα τις πολύπλοκες πολιτικές ενέργειες που σχετίζονται με αυτό: 
Ανακοίνωσαν την ενσωμάτωση των ενόπλων δυνάμεών τους.

Ολόκληρος ο στρατός της Ρουμανίας δεν θα ενσωματωθεί στη Bundeswehr, ούτε οι τσεχικές ένοπλες δυνάμεις θα αποτελέσουν ένα απλό γερμανικό τμήμα. Τους επόμενους μήνες, όμως, κάθε χώρα θα εντάξει μία ταξιαρχία στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις: η ρουμανική 81η Μηχανοποιημένη Ταξιαρχία θα ενταχθεί στη Μεραρχία Ταχείας Αντίδρασης της Bundeswehr, ενώ η τσεχική 4η Ταξιαρχία Ταχείας Ανάπτυξης, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί στο Αφγανιστάν και στο Κοσσυφοπέδιο και θεωρείται η αιχμή του δόρατος του τσέχικου στρατού, θα αποτελέσει τμήμα της γερμανικής 10ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, θα ακολουθήσουν τα βήματα δύο ολλανδικών ταξιαρχιών, η μία εκ των οποίων έχει ήδη ενταχθεί στη Μεραρχία Ταχείας Αντίδρασης της Bundeswehr, ενώ η άλλη έχει ενσωματωθεί στην 1η Τεθωρακισμένη Μεραρχία της Bundeswehr. Σύμφωνα με τον Carlo Masala, καθηγητή διεθνούς πολιτικής στο Στρατιωτικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, «η γερμανική κυβέρνηση φαίνεται ότι είναι πρόθυμη να προχωρήσει τη διαδικασία της ευρωπαϊκής στρατιωτικής ολοκλήρωσης», ακόμη και αν άλλοι στην ήπειρο είναι απρόθυμοι μέχρι στιγμής.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, έχει προβάλλει επανειλημμένα την ιδέα ενός ευρωπαϊκού στρατού, εισπράττοντας χλεύη ή αμήχανη σιωπή. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει ακόμα και τώρα που το Ηνωμένο Βασίλειο, ο μόνιμος πολέμιος αυτής της ιδέας, είναι καθ' οδόν για την έξοδο από την ένωση. Υπάρχει ελάχιστη συμφωνία μεταξύ των υπολοίπων κρατών μελών σχετικά με το ποια ακριβώς θα είναι η μορφή μιας τέτοιας δύναμης και ποιες δυνατότητες θα απολέσουν οι εθνικές ένοπλες δυνάμεις. Συνεπώς, η πρόοδος είναι αργή. Τον προηγούμενο Μάρτιο η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε ένα κοινό στρατιωτικό αρχηγείο, το οποίο όμως είναι υπεύθυνο μόνο για τις στρατιωτικές εκπαιδευτικές αποστολές στη Σομαλία, στο Μάλι και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, ενώ στελεχώνεται από μόλις 30 άτομα. Έχουν δημιουργηθεί και άλλα πολυεθνικά σχήματα, όπως το Nordic Battle Group, μια μικρή δύναμη ταχείας αντίδρασης με προσωπικό 2.400 στρατιωτών από τα κράτη της Βαλτικής, αρκετές Σκανδιναβικές χώρες και τις Κάτω Χώρες, καθώς και το Britain’s Joint Expeditionary Force, ένα «μίνι NATO» του οποίου μέλη είναι οι Βαλτικές χώρες, η Σουηδία και η Φινλανδία. Όμως, ελλείψει κατάλληλων ευκαιριών για ανάπτυξη, τέτοιες ομάδες που προορίζονται να διεξάγουν επιχειρήσεις ενδέχεται να μην υφίστανται.

Ωστόσο, υπό την ουδέτερη έννοια του Κράτους Πλαισίου, η Γερμανία εργάζεται πάνω σε κάτι πολύ πιο φιλόδοξο, τη δημιουργία ουσιαστικά ενός δικτύου από μικρούς ευρωπαϊκούς στρατούς υπό τη διοίκηση της Bundeswehr. «Η πρωτοβουλία προέκυψε από την αδυναμία της Bundeswehr» δήλωσε η Justyna Gotkowska, η οποία είναι αναλύτρια ασφάλειας για τη Βόρεια Ευρώπη στη δεξαμενή σκέψης Centre for Eastern Studies στην Πολωνία. «Οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν ότι η Bundeswehr έπρεπε να καλύψει τα κενά των χερσαίων δυνάμεών της ... προκειμένου να αποκτήσει πολιτική και στρατιωτική επιρροή εντός του NATO». Η συνδρομή των εταίρων ενδέχεται να αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία προκειμένου η Γερμανία να ενισχύσει γρήγορα τον στρατό της, ενώ οι μικροί στρατοί υπό γερμανική διοίκηση ενδέχεται να αποτελούν την πιο ρεαλιστική επιλογή, εάν πρόκειται να αντιμετωπιστεί σοβαρά το θέμα της κοινής ασφάλειας. «Είναι μια προσπάθεια για να αποτραπεί η πλήρης αποτυχία της κοινής ευρωπαϊκής ασφάλειας» δήλωσε ο Masala.

Τα «κενά» στη Bundeswehr είναι ένας ευφημισμός. Το 1989, η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας δαπάνησε 2,7% του ΑΕΠ για την άμυνα, όμως μέχρι το 2000 η δαπάνη είχε μειωθεί στο 1,4%, όπου και παρέμεινε για χρόνια. Πράγματι, μεταξύ των ετών 2013 και 2016 οι αμυντικές δαπάνες περιορίστηκαν στο 1,2%, ποσοστό που απέχει από το όριο του 2% που έχει θέσει το NATO. Το 2014 σε μια έκθεση προς την Bundestag, το Γερμανικό Κοινοβούλιο, οι γενικοί επιθεωρητές της Bundeswehr παρουσίασαν μια ζοφερή εικόνα: Τα περισσότερα ελικόπτερα του Πολεμικού Ναυτικού δεν λειτουργούσαν και από τα 64 ελικόπτερα του Στρατού μόνο 18 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Και ενώ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η Bundeswehr αριθμούσε 370.000 στρατιώτες, το προηγούμενο καλοκαίρι απαρτιζόταν από 176.015 άνδρες και γυναίκες.

Έκτοτε ο αριθμός του ενεργού προσωπικού της Bundeswehr αυξήθηκε σε περισσότερα από 178.000 άτομα. Το προηγούμενο έτος η κυβέρνηση αύξησε τη χρηματοδότηση κατά 4,2% και φέτος οι δαπάνες για την άμυνα θα αυξηθούν κατά 8%. Ωστόσο, η Γερμανία εξακολουθεί να υστερεί αρκετά σε σχέση με τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ως στρατιωτική δύναμη. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα στη Γερμανία, η οποία είναι επιφυλακτική από την ιστορία της ως στρατιωτική δύναμη. Ο Υπουργός Εξωτερικών Sigmar Gabriel δήλωσε πρόσφατα ότι είναι «εντελώς μη ρεαλιστική» η σκέψη της αύξησης των αμυντικών δαπανών της Γερμανίας στο όριο του 2% του ΑΕΠ που έχει τεθεί από το NATO· παρόλο που σχεδόν όλοι οι σύμμαχοι της Γερμανίας, από τις μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες έως τις ΗΠΑ, την προτρέπουν να διαδραματίσει μεγαλύτερο στρατιωτικό ρόλο παγκοσμίως.

Η Γερμανία μπορεί να μην έχει ακόμη την πολιτική βούληση να επεκτείνει τις στρατιωτικές της δυνάμεις στον βαθμό που πολλοί ελπίζουν, αλλά αυτό που έχει από το 2013 είναι η έννοια του Κράτους Πλαισίου. Για τη Γερμανία, η ιδέα είναι να μοιραστεί τους πόρους της με μικρότερες χώρες ως αντάλλαγμα για τη χρήση των στρατευμάτων τους. Για αυτές τις μικρότερες χώρες, η πρωτοβουλία είναι ένας τρόπος να εμπλακεί η Γερμανία περισσότερο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, παρακάμπτοντας παράλληλα την περίπλοκη πολιτική της στρατιωτικής επέκτασης της Γερμανίας. «Είναι μια κίνηση για περισσότερη ευρωπαϊκή στρατιωτική συνεργασία» δήλωσε ο Masala. «Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία δεν είναι διατεθειμένες να αναλάβουν ηγετικό ρόλο όσον αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια». Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με τους συμμάχους του στην ΕΕ, ενώ η Γαλλία, μια χώρα με μεγάλο στρατιωτικό ειδικό βάρος, είναι συχνά απρόθυμη να συμμετάσχει σε πολυεθνικές προσπάθειες στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. «Απομένει η Γερμανία» είπε. Επιχειρησιακά, οι μονάδες που προκύπτουν από τη συνεργασία δύο χωρών έχουν περισσότερες δυνατότητες ανάπτυξης, επειδή είναι μόνιμες (οι περισσότερες πολυεθνικές μονάδες έχουν υπάρξει μέχρι στιγμής για αυτό το λόγο). Επίσης, αυξάνεται η στρατιωτική ισχύς των εταίρων, κάτι πολύ σημαντικό για αυτούς. Και αν η Γερμανία αποφασίσει να αναπτύξει μια ενοποιημένη μονάδα, θα μπορούσε να το κάνει μόνο με τη συναίνεση των εταίρων της.

Φυσικά, από το 1945 μέχρι το 1990 η Γερμανία ήταν εξαιρετικά απρόθυμη να αναπτύσσει τον στρατό της στο εξωτερικό και αποκλειόταν η συμμετοχή της Bundeswehr σε αποστολές εκτός των γερμανικών συνόρων. Πράγματι, οι εταίροι - και οι δυνητικοί εταίροι - ελπίζουν ότι η συμφωνία για τα Κράτη Πλαίσια θα καταστήσει τη Γερμανία περισσότερο υπεύθυνη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Μέχρι στιγμής, η Γερμανία και οι μικροί πολυεθνικοί στρατοί της παραμένουν μόνο πρωτοβουλίες μικρής κλίμακας, οι οποίες απέχουν πολύ από έναν ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό στρατό. Αλλά η πρωτοβουλία είναι πιθανό να διευρυνθεί. Οι εταίροι της Γερμανίας προβάλλουν τα πρακτικά οφέλη της ενσωμάτωσης: Για τη Ρουμανία και την Τσεχική Δημοκρατία, σημαίνει να αποκτήσουν τα στρατεύματά τους το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης με τον γερμανικό στρατό. Για τις Κάτω Χώρες, σημαίνει να αποκτήσουν ξανά δυνατότητες όσον αφορά τα άρματα μάχης (οι Ολλανδοί είχαν πουλήσει το τελευταίο άρμα μάχης το 2011, αλλά οι στρατιώτες της 43ης Μηχανοποιημένης Ταξιαρχίας, η οποία μερικώς έχει την έδρα της στην 1η Τεθωρακισμένη Μεραρχία στο Oldenburg της δυτικής Γερμανίας, οδηγούν τώρα τα γερμανικά άρματα μάχης και θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν σε περίπτωση ανάπτυξής τους με τον υπόλοιπο ολλανδικό στρατό). Ο συνταγματάρχης Anthony Leuvering, διοικητής της 43ης Μηχανοποιημένης Ταξιαρχίας με έδρα το Oldenburg, μου είπε ότι η ενσωμάτωση είχε αξιοσημείωτα λίγες δυσκολίες. «Το προσωπικό της Bundeswehr αποτελείται από περίπου 180.000 άτομα, αλλά δεν μας αντιμετωπίζουν υποτιμητικά» είπε. Πιστεύει ότι θα συμμετάσχουν περισσότερες χώρες στο εγχείρημα: «Πάρα πολλές χώρες θέλουν να συνεργαστούν με τη Bundeswehr». Η Bundeswehr, με τη σειρά της, έχει έναν κατάλογο πιθανών εταίρων, δήλωσε ο Robin Allers, Γερμανός αναπληρωτής καθηγητής στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Αμυντικών Σπουδών, ο οποίος έχει δει τον κατάλογο του γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με τον Masala, οι Σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες ήδη χρησιμοποιούν γερμανικό εξοπλισμό σε μεγάλο βαθμό, θα είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για τον επόμενο γύρο ενσωμάτωσης στη Bundeswehr.

Μέχρι στιγμής, το χαμηλό προφίλ και ο σκοπός της έννοιας του Κράτους Πλαισίου έχει λειτουργήσει προς όφελός της. Λίγοι άνθρωποι στην Ευρώπη έχουν αντιταχθεί στην ενσωμάτωση ολλανδικών ή ρουμανικών μονάδων σε γερμανικές μεραρχίες, εν μέρει επειδή μπορεί να μην έχουν αντιληφθεί το γεγονός. Το αν θα υπάρξουν πολιτικές επιπτώσεις, στην περίπτωση που περισσότερα έθνη συμμετάσχουν στην πρωτοβουλία, είναι λιγότερο σαφές.
Εκτός από τον τομέα της πολιτικής, η πραγματική δοκιμασία για την αξία του Κράτους Πλαισίου θα είναι η επιτυχία των ενοποιημένων μονάδων στη μάχη. Αλλά το πιο δύσκολο κομμάτι της ενσωμάτωσης, εντός και εκτός του πεδίου της μάχης, μπορεί να αποδειχθεί η χρήση μιας κοινής γλώσσας. Οι στρατιώτες θα πρέπει να μάθουν τις γλώσσες των άλλων ή θα πρέπει ο εταίρος να μιλήσει Γερμανικά; Ο Ολλανδός συνταγματάρχης Leuvering, ο οποίος μιλάει Γερμανικά, αναφέρει ότι η κοινή γερμανοολλανδική μεραρχία του Oldenburg προσανατολίζεται στη χρήση των Αγγλικών.

Πηγή μέσω 
gataros


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου