Από την Έλλειψη Χρήματος στην Ανεξαρτησία: Η Δοκιμασία των Αποικιών της Βορείου Αμερικής


Υπάρχουν τρείς έμπιστοι φίλοι – μια ηλικιωμένη γυναίκα,
 ένα γερασμένο σκυλί και, διαθέσιμο χρήμα - Benjamin Franklin


Του Σπύρου Λαβδιώτη, Αθήνα, 22 Μάρτιου 2016

Δύο μοντέλα τραπεζικών υπηρεσιών, το δημόσιο και το ιδιωτικό, έχουν ανταγωνιστεί έντονα για να κυριαρχήσουν εδώ και χιλιάδες χρόνια. Στο δημόσιο μοντέλο οι τόκοι και τα κέρδη ανήκουν στην κοινωνία και επιστρέφουν στην κοινωνία. Η πίστωση διανέμεται στην οικονομία με ένα οργανικό τρόπο που δημιουργεί συνθήκες στήριξης και διασφάλισης της ομαλής λειτουργίας.

Από την άλλη, το τραπεζικό μοντέλο που επικρατεί στον Δυτικό κόσμο από την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας (1694) είναι δομημένο σε ιδιωτικής κυριότητας τράπεζες που μερικές φορές αποκαλούνται «τοκογλυφικές τράπεζες» και λειτουργούν κατεξοχήν για την επίτευξη του ιδιωτικού κέρδους. Αυτές διασπούν παρά ενισχύουν και συμβάλλουν στη στήριξη του κοινωνικού ιστού, αφού εστιάζουν στη μεγιστοποίηση του κέρδους για το συμφέρον των διοικητικών στελεχών και των μετόχων τους. Οι κλασσικοί οικονομολόγοι του 18ου αιώνα ονόμασαν τα τραπεζικά κέρδη «μη δεδουλευμένα» επειδή δεν απορρέουν από την εργασία και το μόχθο του ανθρώπου. Γι αυτό πρέπει να φορολογηθούν αμείλικτα. Εντούτοις, σήμερα, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού οι νομοθέτες αιχμαλωτισμένοι από τους τραπεζίτες, επέβαλαν ελαφρά φορολογία εάν όχι καθόλου.

Το πρώτο και ευλόγως θεωρούμενο καλύτερο από τα σύγχρονα δημόσια μοντέλα τραπεζικών υπηρεσιών εγκαθιδρύθηκε στην Αμερικανική αποικία της Πενσυλβανίας. Σύμφωνα μ’ αυτό, το χρήμα εκδίδονταν ως πίστωση που επέστρεφε στην κυβέρνηση και τίθετο πάλι στη νομισματική κυκλοφορία δημιουργώντας ένα βιώσιμο κύκλωμα επιστροφής του χρήματος στην οικονομία, αποφεύγοντας τον σχηματισμό πυραμίδας που προέρχεται από τον ανατοκισμό του χρέους. Το τραπεζικό πείραμα της αποικίας της Πενσυλβανίας τερματίσθηκε, όχι γιατί ήταν ανεπιτυχές, αλλά διότι τα Βρετανικά συμφέροντα το αντιστρατεύθηκαν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι Αμερικανικές αποικίες ήταν ένα πείραμα στην ουτοπία. Σε μια αχαρτογράφητη περιοχή που περιβάλλονταν από δάση και ποτάμια, άγρια θηρία και ινδιάνους, στις αρχές του 17ου αιώνα κάποιος μπορούσε να σχεδιάσει νέα συστήματα και να φτιάξει νέους κανόνες. Το χαρτονόμισμα δεν είχε ακόμη εφευρεθεί, αφού το πρώτο φυλλάδιο που εισηγείτο τη χρήση του για τη βελτίωση του εμπορίου, με τον πομπώδη τίτλο « Το Κλειδί του Πλούτου »1 ήταν γραμμένο το 1650 από τον βρετανό William Potter. Επιπρόσθετα, το προτεινόμενο νόμισμα από «χαρτί» βασίζονταν στις αποδείξεις αποθήκευσης χρυσού και αργύρου που εκδίδονταν από τους χρυσοχόους και αργυραμοιβούς του Λονδίνου. Ωστόσο, το οξύ πρόβλημα ήταν ότι οι αποικίες δεν είχαν κοιτάσματα χρυσού και αργύρου και για τη διεξαγωγή του εμπορίου έπρεπε εξ ανάγκης να χρησιμοποιήσουν ξένα νομίσματα. Πού όμως να τα βρουν; Οι εξαγωγές τους ήταν σημαντικά μικρότερες από τις εισαγωγές και τα νομίσματα συνεχώς απορροφιόνταν, κυρίως στην Αγγλία, αφήνοντας τους αποίκους με ανεπαρκές χρήμα σε κυκλοφορία για την κάλυψη των αναγκών τους.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγούνται τα ανυπέρβλητα νομισματικά «πειράματα» των πρώτων αποίκων της βορείου Αμερικής. Αυτά μας βοηθούν να κατανοήσουμε, πως η νομισματική επιθετικότητα ενός ισχυρού κράτους μέσω μιας προσχεδιασμένης έλλειψης του χρήματος σε κυκλοφορία είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν εναντίον ενός νεοσύστατου λαού. Και να μας υποδείξουν, πώς να αποτρέψουμε παρόμοιες προσπάθειες νομισματικού εκβιασμού στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.