Στα Τουρκοβούνια

Καρναβάλι στην Αθήνα


Συντάκτης: Δημήτρης Νανούρης 

Για να τον κάνουνε συνοικία και μάλιστα κεντρική, εκτίμησαν προφανώς τα κάδρα του, ίσως και τα τελευταία του λόγια: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι». Οπως ήδη καταλάβατε συνεχίζω την ψυχοθεραπεία μου ταξιδεύοντας στο Σκλαβοχώρι της Τήνου, όπου γεννήθηκε σαν σήμερα στα 1842 -καλό μήνα επί τη ευκαιρία και αιώνια Ανοιξη- ο Νικόλαος Γύζης. Ηταν ένα από τα έξι παιδιά του ξυλουργού Ονούφριου και της Μαργαρίτας Ψάλτη. Το 1850 μετακόμισαν όλοι μαζί στην Αθήνα, για την ακρίβεια στην οδό Θεμιστοκλέους, που αρχίζει από την Πανεπιστημίου, περνά την Ακαδημίας και τη Σόλωνος, διασχίζει τα Εξάρχεια και καταλήγει στην Καλλιδρομίου.

Υπαινίσσομαι πως δεν φτάνει καν στην Αλεξάνδρας, οπότε κακώς τιμήθηκε με το επώνυμό του η περιοχή του Γκύζη. Εάν δίνονταν ανάποδα τα ονόματα, θα έβγαινε η γλώσσα των θαμώνων της ανυπότακτης πλατείας στις απότομες ανηφοριές των Τουρκοβουνίων και ενδεχομένως απεικονιζόταν αλλιώς η σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία του κλεινού άστεως. Καλλιτεχνική φλέβα ο πατέρας του, τον έγραψε στο Σχολείο των Τεχνών, τη μετέπειτα Σχολή Καλών Τεχνών, όπου έγινε δεκτός αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής.

Ζάπλουτος και φιλότεχνος ο Νικόλαος Νάζος, μεσολάβησε, έπειτα από το πέρας των σπουδών του Γύζη, ώστε να λάβει χορηγία από το ευαγές ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να τις συνεχίσει στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Φθάνοντας στον περιώνυμο σταθμό, η καρδούλα του έκανε ένα δυνατό «άχου» αντικρίζοντας, ασφαλώς όχι τον Καζαντζίδη, αλλά τον Νικηφόρο Λύτρα, φίλο, ομότεχνο και συμφοιτητή του στην ως άνω ακαδημία με υποτροφία του Βαυαρού βασιλέως Οθωνα.

Η πνευματική επαφή και οι αναζητήσεις των δυο τους χρωμάτισαν ανεξίτηλα τον θεμέλιο λίθο της ελληνικής ζωγραφικής. Αποτελούν σημαντικότατους εκπροσώπους, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που έμεινε γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου» ή ακαδημαϊκός ρεαλισμός. Παρά ταύτα τα σχετικά άγνωστα, τελευταία έργα του, κυρίως τα σχέδιά του με κάρβουνο, σύμφωνα με ορισμένους τεχνοκριτικούς, κλείνουν το μάτι στον εξπρεσιονισμό.

Σας βεβαιώ, κύριε Νάζε, έγραφε στον ευεργέτη του στα 1873, ότι δεν είμαι διόλου σπάταλος. Ζω με την μεγαλυτέραν οικονομίαν, αλλά τα έξοδα της τέχνης μου, και προ πάντων τα μοδέλα, κοστίζουν φρικτά και άνευ αυτών δεν ημπορώ να κάμω βήμα. Η γυναικεία φιγούρα, βλέπετε, κυριαρχεί στους καμβάδες του άλλοτε ως Τέχνη, ενίοτε σαν Μουσική, κάποτε ως Ποίηση και συχνά σαν Δόξα. Δυο χρόνια αργότερα διαβεβαίωνε σε επιστολή προς τον ίδιο παραλήπτη: Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός. Ισως επειδή δεν έχουν χρεία μοδέλων.

ΠΗΓΗ: efsyn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.